Ανάλυση: Ο Ζακ Ρανσιέρ για το Vertigo του Χίτσκοκ

Δημοσίευση: 7 Απριλίου 2021, 12:52

Στο MOVE IT εξετάζουμε ταινίες του πρόσφατου (ή όχι και τόσο) παρελθόντος, υπό ένα διαφορετικό οπτικό πρίσμα και αποκρυπτογραφούμε την εικονολογία του φιλμ.  Ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Αραμπατζής, περνάει από το μικροσκόπιό του αυτή την φορά την ανάλυση του Γάλλου φιλόσοφου Ζακ Ρανσιέρ για το "Vertigo" του Άλφρεντ Χίτσκοκ.

ΣΧΕΤΙΚΑΑνάλυση - «Η τέλεια ομορφιά»: το τέλος της τέχνης

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ είναι κατά τη γνώμη πολλών ένας μεγάλος ρομαντικός καλλιτέχνης. Η ρομαντική προδιάθεσή του, ωστόσο, εκδηλωνόταν σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα ενός ιδιαίτερα διαυγούς και μεθοδικού ανθρώπου. Ο γάλλος φιλόσοφος Ζακ Ρανσιέρ (γενν. 1942), από τους σημαντικούς σύγχρονους εκπροσώπους του φιλοσοφικού λόγου, ασχολήθηκε επίσης με την αισθητική του κινηματογράφου και, στο πλαίσιο αυτού του ενδιαφέροντός του, με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ (βλ. το βιβλίο του Les écarts du cinéma, 2011).

Για τον Ρανσιέρ, η κατανόηση του κινηματογράφου απαιτεί την αντίληψη δυο ειδών κινήσεων: την κίνηση της φιλμικής ροής που είναι χαρακτηριστική του κινηματογράφου και την κίνηση της αφήγησης. Η δεύτερου τύπου κίνηση στη Δύση προσδιορίζεται από την αριστοτελική ποιητική λογική της αναγνώρισης: αυτό που φαίνεται γνωστό αποδεικνύεται σκοτεινό και το σκοτεινό φωτίζεται. Ο Χίτσκοκ, λέει ο Ρανσιέρ, κατανόησε περισσότερο από κάθε άλλο σκηνοθέτη την ποιητική λογική του Αριστοτέλη.

Σε κάθε περίπτωση, η ταινία του Χίτσκοκ Vertigo (1958) είναι υποδειγματική ως προς τον συνδυασμό των δυο αυτών κινήσεων. Η ταινία αφηγείται την ιστορία του Σκότι (Τζαίημς Στιούαρτ), αστυνομικού που οδηγήθηκε στη σύνταξη όταν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, ανέπτυξε παθολογική φοβία του ύψους (vertigo). Στη συνέχεια, προσλαμβάνεται από ένα νεόπλουτο πρώην συμφοιτητή του να ερευνήσει κάποια περίεργα γεγονότα που σχετίζονται με τη σύζυγό του τελευταίου (Κιμ Νόβακ). Ο Σκότι την ερωτεύεται, τη χάνει τραγικά και, μετά από μια περίοδο κατάθλιψης, συναντάει μια σωσία της με την οποία πασχίζει να αναβιώσει τον έρωτά του. Η δραματική κατάληξη θα έλθει μαζί με την αποκάλυψη της συνωμοσίας που πλέχτηκε γύρω από την παγίδευση του Σκότι.

Ζακ ΡανσιέρΖακ Ρανσιέρ

Ο Ρανσιέρ αναφέρεται στην ανάγνωση του Χίτσκοκ από τον γάλλο επίσης φιλόσοφο Ζιλ Ντελέζ. Ο τελευταίος θεωρεί τον σκηνοθέτη εφευρέτη της νοητικής εικόνας στον κινηματογράφο, κάτι που υποσημαίνει μια κρίση στη ροή των φιλμικών εικόνων καθώς διακόπτει τη φυσική συνέχειά τους. Η φιλμική κίνηση τίθεται, έτσι, εν αμφιβόλω από τη νοητική εικόνα που ανοίγεται προς μια θεωρησιακή αντίληψη του εικονιστικού στοιχείου. Ο Ρανσιέρ αμφισβητεί αυτή την κριτική και θεωρεί ότι το φαινόμενο του σωσία στο Vertigo παραπέμπει σε μια ρομαντική εικονογραφία: ο Σκότι σαν τον Χίτσκοκ είναι μαγεμένος από αυτή την τελευταία, που συνδέει τον κόσμο των ζωντανών με εκείνο των νεκρών. Από την άλλη, φροντίζοντας ο Χίτσκοκ να μάθει ο θεατής την αλήθεια πριν από τον ίδιο τον ήρωα, υιοθετεί μια μακιαβελική ανάπτυξη της πλοκής που εστιάζει κυρίως στην αποτελεσματικότητα. Έτσι, ρομαντισμός και αποτελεσματικότητα του θρίλερ συνυπάρχουν και αλληλο-αποκλείονται. Το δίπολο αυτό (ρομαντισμός - αποτελεσματικότητα) αντικαθιστά εκείνο του Ντελέζ (φυσική συνέχεια – θεωρησιακή ρήξη).

Μέσω της αποτελεσματικότητας, η ταινία εγκολπώνεται πλήρως το θέμα της που είναι η μαγεία της εικόνας αλλά το κάνει χρησιμοθηρικά, ως πλοκή ενός έργου μυστηρίου. Ο μηδενισμός, που διαδέχεται τον ρομαντισμό στην ευρωπαϊκή μυθογραφία, απωθείται από τον Χίτσκοκ. Στο φιλμικό του σύμπαν, η συνωμοσία θα αποκαλυφθεί και η δικαιοσύνη θα αποδοθεί από την μοίρα. Η γοητεία των εικόνων είναι, τελικώς, η επιθυμία μιας άψογης πλοκής. Ο κινηματογράφος μπορεί να δείξει περισσότερα από τη λογοτεχνία και πολύ πιο πειστικά. Ωστόσο, ο κινηματογράφος είναι, κατά τον Ρανσιέρ, ελλειμματικός ως προς το αφαιρετικό στοιχείο, που στη λογοτεχνία έρχεται με φυσικό τρόπο. Στον κινηματογράφο, μια επεξήγηση είναι πάντοτε η πρόσθεση κάποιων επιπλέον εικόνων (π.χ. οι εικόνες στο τέλος του Vertigo που δείχνουν πως έγινε το έγκλημα), όμως στη λογοτεχνία κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο.

Με άλλα λόγια, για τον Ρανσιέρ, ο κινηματογράφος δεν είναι σε θέση να ασκήσει μια κριτική του φαινομενικού κόσμου. Η διάκριση για παράδειγμα αντικειμενικών και υποκειμενικών εικόνων (π.χ. ονείρων) δεν είναι παρά ζήτημα σύμβασης: σε τελική ανάλυση και τα δυο είδη είναι εικόνες. Έτσι, η αναστοχαστική αντίληψη ενός σκηνοθέτη ταινιών μυστηρίου σχετικά με τη φύση των εικόνων δεν μπορεί να υπερβαίνει τη σχέση τους στο εσωτερικό της ανάπτυξης της πλοκής. Το παράδειγμα που ο Ρανσιέρ αντι-προτείνει ως προς την αυτό-συνειδησία του κινηματογραφικού μέσου είναι ο μη-αφηγηματικός κινηματογράφος, δηλαδή, κατ’αυτόν, η ταινία «Ο άνθρωπος με την κάμερα» (1929) του Ντζίγκα Βερτώφ. Ωστόσο, δεν υπάρχει πραγματική αντίθεση μεταξύ των δυο, του αφηγηματικού και του πειραματικού κινηματογράφου. Ο χολλυγουντιανός κινηματογράφος χτίζεται επάνω στα ερείπια της αποτυχίας των μαξιμαλιστικών φιλοδοξιών του Βερτώφ ο οποίος ήθελε να δείξει την πραγματικότητα δια του μηχανισμού της κινηματογραφικής αναπαράστασης. Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ θα προσπαθήσει να συμβιβάσει τα δυο: θα επιχειρήσει να καταδείξει την πραγματικότητα δια του μηχανισμού της κινηματογραφικής, αφηγηματικής αναπαράστασης (δηλαδή μέσα από τις εικόνες του Χόλλυγουντ, εκείνες των Χίτσκοκ, Τζων Φορντ, Χάουαρντ Χωκς, Φριτς Λανγκ, κ.ά.). Για τον Ρανσιέρ, ωστόσο, η  προσπάθεια του Γκοντάρ υπολείπεται των πρωτεϊκών φιλοδοξιών του Βερτώφ.

Γιώργος Αραμπατζής

Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ΣΕΠ (ΕΑΠ). Ασχολείται με την εικονολογία και έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον κινηματογράφο.

 

 

 

 

Ακολουθήστε το Move It στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα του σινεμά!
Πρώτη δημοσίευση: 7 Απριλίου 2021, 12:52
Ενημέρωση: 8 Απριλίου 2021, 12:00
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ