Σύνοψη: Η Λένα είναι είκοσι χρονών και ζει με την οικογένειά της σε μια γειτονιά της Αθήνας. Δουλεύει σε ένα τοπικό σούπερ μάρκετ και τα βγάζει δύσκολα πέρα μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο ένταση, όπου η καθημερινότητα μοιάζει συχνά ασφυκτική. Το μόνο που θέλει είναι να φύγει και να ξεκινήσει τη δική της ζωή.
Όταν χάνει τη δουλειά της και ταυτόχρονα ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος, βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματικότητα που δεν είχε φανταστεί. Καθώς προσπαθεί να πάρει αποφάσεις για το μέλλον της, η Λένα περιπλανιέται σε μια πόλη που δεν σταματά να κινείται γύρω της, αναζητώντας έναν τρόπο να κρατήσει τον έλεγχο της ζωής της.
Άποψη: Όχι ακριβώς νεανικό σινεμά, καθώς η Λένα εξετάζεται σαν χαρακτήρας υπό το βλέμμα ενός ανθρώπου που κουβαλάει περισσότερες εμπειρίες, άρα και γνώση, από την ίδια, όχι με μια ενδεχομένως λιγότερο κριτική ματιά ενός ατόμου που βρίσκεται στην ίδια φάση αυτεπίγνωσης.

Άσχετα από αυτό, το φιλμ έχει γνησιότητα ως καταγραφή μιας τωρινής πραγματικότητας για τη γενιά των σημερινών εικοσάρηδων (κυρίως, αλλά όχι μόνο), ενώ σωστά η Μπάστα φροντίζει να μη “βαρύνει” ποτέ υπερβολικά το κλίμα, προσθέτοντας και χιούμορ στο μείγμα, παρότι περιγράφει καταστάσεις που αναπόφευκτα προκαλούν μεγάλες εντάσεις ανάμεσα στους ήρωές της.
Τα περισσότερα από τα στοιχεία της πραγματικής οικονομίας αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα παρελαύνουν μπροστά από τον φακό. Τα ακριβά ενοίκια, η εργασιακή επισφάλεια, τα σχέδια για το μέλλον που όλο αναβάλλονται λόγω έλλειψης ρευστότητας, οι λογαριασμοί που συσσωρεύονται γιατί ανά μήνα είναι συγκεκριμένο το όριο των χρημάτων που μπορεί να δώσει ένα σπιτικό για να καλύψει υποχρεώσεις.
Και από εκεί και πέρα είναι ο εκάστοτε προσωπικός “σταυρός” που έχει να σηκώσει ο καθένας από τους χαρακτήρες επειδή έχει κάνει τις δικές του επιλογές σε διάφορα πεδία. Μαζί με αναφορές σε παθογένειες περισσότερο κοινωνικού τύπου, γνώριμες πιο πολύ στον κάτοικο της Αθήνας (ρατσισμός, διαπροσωπικά χάσματα).
Θα έλεγε κανείς πως αρκετές διαφορές λύνονται εύκολα, ακόμη και ουτοπικά, για να προκύψει κάπως βολικά ένα αισιόδοξο επιμύθιο; Μάλλον ναι, αλλά γενικά τα επίπεδα αληθοφάνειας βρίσκονται εδώ ένα σκαλί πιο πάνω από τα αντίστοιχα της μέσης ελληνικής μυθοπλασίας (που, ακόμη και όταν καταπιάνεται με θέματα καθημερινότητας, συχνά είναι σαν να τοποθετείται εντός μιας προστατευόμενης “φούσκας”).

Η Ελίνα Τσιορμπατζή εκπέμπει τις συχνότητες εκείνες που είναι ταιριαστές για τον ρόλο που υποδύεται και μένει πάντα σε ρεαλιστικά πλαίσια όσον αφορά τις αντιδράσεις, χωρίς υπερβολές. Αρκετά καλή υποστήριξη παρέχει και ο Δημήτρης Κίτσος, που μετατρέπει τις αντιφάσεις του ήρωά του σε ατού μέσω πειστικών διακυμάνσεων.
Την παράσταση όμως από το σύνολο του καστ κλέβει ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, που “αγκαλιάζει” ένθερμα τις λούμπεν διαστάσεις του πατέρα που ενσαρκώνει (σαν μια περσόνα του σινεμά του Γιάννη Οικονομίδη στο πιο... φιλικό!), αναδεικνύοντας με επιτυχία την κωμικότητά του όπου υπάρχει, αλλά και την κρυμμένη τρυφερότητά του εκεί που χρειάζεται.
Είναι γεγονός ότι όλα κινούνται σε υπερβολικά ασφαλείς ράγες για να προκύψει κάτι αληθινά σπουδαίο. Όμως οι “Μικρές Ανάσες” έχουν φιλότιμο και μια αξία σαν μια φωτογραφία του τώρα που θα λειτουργεί σαν μια μίνι αναδρομή μερικά χρόνια αργότερα. Είναι ένα φιλμ που έχει επίγνωση των ορίων του, δρώντας όμως αρκετά δημιουργικά εντός τους.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων