Συνεντεύξεις

Πασκάλ Λοζιέ: "Μου αρέσει να εκτρέφω στερεότυπα"



Ο Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Πασκάλ Λοζιέ ξεκίνησε μεν την καριέρα του σαν βοηθός σκηνοθέτη του συμπατριώτη του Κριστόφ Γκανς στην «Αδελφότητα των Λύκων» σκηνοθετώντας και το making-of ντοκιμαντέρ σχετικά με την ταινία, αλλά η αναγνώριση ήρθε με «Martyrs»/2008, το οποίο διαθέτει σκληρό πυρήνα φανατικών στο σινεμά του torture porn μέχρι και σήμερα. Είχε προηγηθεί «Το βασίλειο των νεκρών» (Saint Ange, 2004) και ακολούθησε η πρώτη του αγγλόφωνη: «The Tall Man» (2012), με πρωταγωνίστρια την Jessica Biel. «Το κουκλόσπιτο του τρόμου» είναι η τελευταία του ταινία και προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από την προηγούμενη Πέμπτη (εδώ η γνώμη μας). Ακολουθεί η συνέντευξή του:

Πώς προέκυψε η συγκεκριμένη ταινία;

Αρχικά, ήθελα να φτιάξω μια ταινία πάνω στις «υποκειμενικές προοπτικές», ένα κεντρικό θέμα για κάθε σκηνοθέτη, καθώς η γλώσσα του σινεμά επιτρέπει να κινηματογραφήσουμε πράγματα και έννοιες όπως τα οράματα, τα φαντάσματα και τα όνειρα. Οι ταινίες επιστημονικές φαντασίας έχουν επικεντρωθεί κατά κόρον σε τέτοιου είδους προβληματικές. Κι όμως, κάτι τέτοιο φαινόταν να δουλεύει εναντίον μου. Η πρώτη μου διαίσθηση ήταν να κινηματογραφήσω τα όνειρα κάποιου ήρωα ωσάν να ήταν η πραγματικότητα - μια πραγματικότητα τόσο έντονη την οποία δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε επακριβώς. Μου πήρε λίγο χρόνο για να βρω το στυλ μου εδώ. Τα πράγματα ήταν κάπως στατικά έως ότου είπα στον εαυτό μου πως ο εσωτερικός κόσμος ενός χαρακτήρα θα μπορούσε να αποτελέσει κυριολεκτικά την αφηγηματική μηχανή της υπόθεσης. Όταν λοιπόν μου ήρθε αυτή η ιδέα, το σενάριο ολοκληρώθηκε αυτόματα, ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε. Η κεντρική ιδέα της πλοκής, να αντιμετωπίζει την υποκειμενικότητα ως κανονικότητα ενώ τη βλέπει ταυτόχρονα ως ένα είδος χειροπιαστής πραγματικότητας, είναι εντελώς τρελή και εφιαλτική.

Γιατί τόσο μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στις δύο αδελφές;

Ήθελα η ταινία να επικεντρωθεί στις δύο αυτές αδελφές. Η μία, η Μπεθ, είναι πιο εσωστρεφής και ευφάνταστη. Η άλλη, η Βέρα, έχει μεν τα πόδια της στο έδαφος αλλά τα χέρια της είναι μονίμως κολλημένα στο κινητό της. Μέσω αυτής της αντίθεσης ήθελα να εστιάσω τελικά στην Μπεθ. Ήθελα να φτιάξω το πορτρέτο ενός νεαρού καλλιτέχνη εν τη γενέσει του. Ενός καλλιτέχνη που θα αντλήσει από τη φρίκη της τραυματικής της εμπειρίας ως δομικό στοιχείο της μελλοντικής της εργασίας. Ουσιαστικά, αυτό θα μπορούσε να είναι κι ένας ορισμός του κινηματογραφικού είδους: «Ας προσπαθήσουμε να βγάλουμε χρυσάφι από τους βαθύτερους φόβους μας». Είναι κάτι βαθιά παράδοξο, που πάντα με συνάρπαζε στις ταινίες τρόμου ως καλλιτεχνική προσέγγιση.

Γιατί επιλέξατε να ξεκινήσετε την ταινία με μια φράση του Λόβεκραφτ;

Είμαι οπαδός του Λόβεκραφτ. Όμως, η φράση δεν αποτελεί έναν φόρο τιμής που κάνω εγώ στον σπουδαίο αυτόν συγγραφέα. Ουσιαστικά, βοηθάει στο να χτίσω καλύτερα τον χαρακτήρα της Μπεθ, η οποία τον λατρεύει ως δημιουργό. Το βρίσκω πολύ συναρπαστικό να υπάρχουν έφηβοι στη σημερινή εποχή οι οποίοι δημιουργούν μια ιδιαίτερη σχέση με τους μυθικούς καλλιτέχνες που τους επηρεάζουν. Η Μπεθ ζει με τα φαντάσματα τρομερών δημιουργών, της μιλούν, θέλει να προσεγγίσει την τελειότητά τους.

Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σας;

Είμαι πολύ μεγάλος σινεφίλ κι ανήκω σε εκείνους τους σκηνοθέτες που δεν παραμελούν τις πολιτιστικές τους αποσκευές. Η πρώτη μου ταινία, το «Saint Ange», ήταν γεμάτο αναφορές και εντελώς κλειστό στον εαυτό του. Γύρισα «το σινεμά που λάτρευα» αντί να γυρίσω μια ταινία δικιά μου. Από τότε πλέον προσπαθώ να προσεγγίζω τα διάφορα πρότζεκτς από τη δική μου οπτική γωνία και με βάση τις δικές μου εμπειρίες. Σήμερα, τα σχόλια άλλων που αφορούν τις ταινίες μου, με κάνουν να σκέφτομαι αναφορές που τυχόν κάνω υποσυνείδητα. Αν πάντως εμπνεύστηκα από κάποιον για «Το κουκλόσπιτο του τρόμου», αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Tobe Hooper. Η εικονοκλαστική και μακάβρια παράμετρος της τρέλας στις ταινίες του, ιδίως στο εντελώς υποτιμημένο «The Texas Chainsaw Massacre 2», σίγουρα μου έδωσε αυτοπεποίθηση σχετικά με αυτό που προσπαθούσα να κάνω.

Ήδη από την αρχή της ταινίας το σπίτι λειτουργεί ως αυτόνομος χαρακτήρας. Πώς το ανακαλύψατε και πώς το εκμεταλλευτήκατε;

Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα να γυρίσω την ταινία στο σετ ενός στούντιο. Ήθελα να βρω ένα σπίτι που να παραπέμπει σε ένα στυλ «Americana», το ίδιο στυλ που περιγράφει τόσο συχνά ο Stephen King στα βιβλία του, σχετικά με την αμετάβλητη Αμερική. Τελικά βρήκαμε αυτό το σπίτι σε μια φάρμα, που είχε χτιστεί γύρω στα 1880! Μάλιστα, αν προσέξετε καλά, το σπίτι έχει δύο ορόφους. Ο τρίτος όροφος αποτελεί μια διάσταση πνευματική μόνο στο τελευταίο τμήμα της ταινίας. Από εκεί και πέρα επέλεξα αισθητικά το σπίτι να μοιάζει πιο «ταιριαστό» και φιλικό για τους κακούς παρά για την καλή οικογένεια που καταλήγει να μετακομίσει εκεί. Ήθελα το σπίτι να είναι η ιδεατή «παιδική χαρά» για τον Δράκο και τη Μάγισσα, ένα μέρος που θαρρείς χτίστηκε ειδικά για αυτούς και τους περίμενε από πάντα. Αυτή η επιλογή έκανε τα πράγματα δύσκολα. Στο σετ βρισκόμασταν 30 άτομα και ήταν πολύ δύσκολο να μετακινηθούμε. Το σπίτι είχε την τάση να μας αποβάλλει όλους – οι μόνοι τους οποίους ανέχονταν ήταν οι δύο κακοί μας! Γύρισα σε 2.35 φορμά για να ενισχύσω την υποκειμενικότητα του βλέμματος, τον θρυμματισμό του και την ιδέα ότι η Μπεθ βλέπει μόνο όσα θέλει να δει... Η χρήση του ευρέως φορμά διεύρυνε και την αίσθηση της κλειστοφοβίας... Ήθελα η κάμερα να συγκρούεται με τους τοίχους όπως έκανε και με τους χαρακτήρες.

Συνδέετε τον κόσμο των παιδιών, όπως οι κούκλες και τα παγωτατζίδικα, με τον τρόμο...

Αυτό είναι ένα από τα πολλά στερεότυπα των ταινιών τρόμου: η παιδική ηλικία περιγράφεται ως ένας χώρος άγχους, αγωνίας και φόβου. Έχουμε δει κάτι τέτοιο πολλές φορές. Μου αρέσει λοιπόν να εκκινώ από στερεότυπα. Ο μόνος όρος που θέτω είναι να μπορώ να τα εκτρέfω με το δικό μου τρόπο, παίζοντας με τις προσδοκίες των επιβληθέντων στοιχείων, έτσι ώστε να μπορώ να προκαλέσω έκπληξη, να αποσταθεροποιήσω ή ακόμα ακόμα να ξαναζωντανέψω τα κλισέ! Αυτό προσπάθησα να κάνω σε αυτήν την ταινία. Δεν ξέρω αν το κατάφερα, πάντως ήταν σίγουρα μια πολύ απολαυστική εμπειρία να ζω για αρκετούς μήνες σε έναν τόσο πλούσιο, παράξενο, μοχθηρό κόσμο.

Γιατί επιλέξατε την Mylène Farmer στο συγκεκριμένο ρόλο της μητέρας;

Με τη Mylène έχουμε αρκετές κοινές εργασιακές εμπειρίες. Αγαπούσα τη  Mylène από πάντα. Όταν ήμουν 20 χρονών πήγα και είδα το πρώτο της σόου στο Bercy. Η σκηνή θυμάμαι ήταν διακοσμημένη με ταφόπλακες και υπήρχε συρματόπλεγμα που αντικαθιστούσε την κλασική αυλαία. Το συρματόπλεγμα έφευγε και το σόου ξεκινούσε με μια έκρηξη από ηλεκτρονικούς ήχους. Το όλο πράγμα ήταν αρκούντως οπερατικό, παρακμιακό, εκθαμβωτικό, απολύτως ειλικρινές και εντελώς ρισκαδόρικο. Η Mylène τελικά εμφανίστηκε τραγουδώντας το «L’horloge», ένα ποίημα αμείλικτης νοσηρότητας κατευθείαν βγαλμένο από το «Τα άνθη του κακού» του Baudelaire. Ήμουν γοητευμένος, έκπληκτος, ενθουσιασμένος. Πάντοτε σκέφτομαι πόσο πολλά κατάφερε να επιβάλλει στο φρικτά κανονιστικό τοπίο της γαλλικής ποπ κουλτούρας. Έχω θαυμάσει τον τρόπο που κάνει μόνον όσα γουστάρει εδώ και πάνω από 30 χρόνια! Για να μην αναφέρω τις μεγάλες περιόδους σιωπής όταν δεν έχει να προσφέρει νέα μουσική, την μεγαλοπρεπή της απουσία ανά περιόδους, το ότι εξαφανίζεται από τα μίντια με έναν τρόπο αλά Terrence Malick. Όλα αυτά τα πράγματα πραγματικά με ευχαριστούν. Το ότι της έκανα γυρίσματα για την ταινία ήταν μια εμπειρία υπέροχη και έντονη. Οι κάμερες γοητεύονται από κάποια σπάνια πλάσματα και η Mylène είναι ένα από αυτά. Είναι μια μοναδική και πολύ παθιασμένη ηθοποιός.

Δημοσίευση: 12 May 2018, 11:24
Συντάκτης:

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

private life
Σύνοψη: Ο Richard (Paul Giamatti) και η Rachel (Kathryn...
7 hours
7 hours
Άραγε θα δούμε το Blade Runner να μεταφέρεται στην...
7 hours

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο