Πώς ο Τραμπ έκανε το αδύνατο δυνατό για να γίνει το Rush Hour 4
Αν κάποιος έλεγε πριν λίγα χρόνια ότι το Rush Hour 4 θα γινόταν πραγματικότητα, πιθανότατα θα τον κοιτούσαν όπως κοιτάς κάποιον που υπόσχεται ότι το Waterworld 2 είναι προ των πυλών. Ο Μπρετ Ράτνερ είχε χτυπήσει πόρτες παντού: Warner, Universal, Sony, μικρότερα banners, οτιδήποτε είχε λογότυπο και λογιστήριο. Κανείς δεν ήθελε να αγγίξει το project, πόσο μάλλον να ξαναπλησιάσει τον Ράτνερ μετά τις κατηγορίες του #MeToo.
Και κάπου εκεί μπαίνει η απίθανη λεπτομέρεια που κάνει την ιστορία να μοιάζει με rejected subplot από το Entourage: το project βρήκε ξανά παλμό όταν ένα εξωτερικό πρόσωπο πίεσε τον Ντέιβιντ Έλισον να το στηρίξει εκ μέρους του Ράτνερ. Έτσι, η Paramount είπε το “ναι”, ο παραγωγός Ταράκ Μπεν Αμμάρ εξασφάλισε τη χρηματοδότηση, και ξαφνικά το Rush Hour 4 έγινε επίσημο. Και με Τσαν και Τάκερ να επιστρέφουν στη δράση. Ποιος ήταν αυτός; Ο Ντόναλντ Τραμπ. αι κάπως έτσι, η κινηματογραφική εξορία έληξε με ένα προεδρικό διάταγμα.
Προφανώς, ο Τραμπ «έκανε λόμπι» για τη συνέχεια προς όφελος του Ράτνερ, ο οποίος μόλις είχε ολοκληρώσει ένα ντοκιμαντέρ για τη Μελάνια Τραμπ για λογαριασμό της Amazon/MGM. Ας το ξαναπούμε: ένας σκηνοθέτης που είχε αποβληθεί από το Χόλιγουντ για οκτώ χρόνια, επιστρέφει στον mainstream κινηματογράφο επειδή έκανε μια χάρη στην Πρώτη Κυρία. Είναι η απόλυτη αλυσίδα εξάρτησης που καταδεικνύει πώς δουλεύουν τα πράγματα «στους διαδρόμους» του Λος Άντζελες και της Ουάσιγκτον. Δεν ήταν η νοσταλγία, ούτε το IP, ήταν το «πολιτικό χρέος» που άνοιξε τις πόρτες της Paramount. Η Paramount θα αναλάβει τη διανομή του ‘Rush Hour 4’ για λογαριασμό της Warner Bros. έναντι ενός διψήφιου ποσοστού αμοιβής. Γιατί είναι σημαντικό αυτό; Ο Ντέιβιντ Έλισον, ο ιθύνων νους της Paramount, είναι ένας από τους πιο σοβαρούς διεκδικητές για την εξαγορά ολόκληρης της Warner Bros. Discovery. Ουσιαστικά, η συμφωνία για το ‘Rush Hour 4’ αποτελεί την πρώτη ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των δύο στούντιο μετά την ανάληψη της Paramount από τον Έλισον. Πολλοί το βλέπουν ως ένα δοκιμαστικό μπαλόνι, ένα «φλερτ» ενόψει μιας πιθανής συγχώνευσης-μαμούθ. Πρώτα παίρνεις το Rush Hour, μετά παίρνεις το Discovery.
Κι αν αναρωτιέστε αν υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον για ένα νέο Rush Hour: η απάντηση είναι “ίσως όχι, αλλά δεν έχει σημασία”. Ζούμε στην εποχή της IP λατρείας, όπου ό,τι είχε έστω και μια cult ατάκα πριν 20 χρόνια μπορεί να γίνει sequel με το σωστό καύσιμο — ανάγνωση: νοσταλγία. Και το Rush Hour έχει νοσταλγία με το κουτάλι. Είναι η ταινία που όλοι θυμούνται για κάποιον λόγο, ακόμη κι αν δεν θυμούνται την πλοκή. Η τριλογία ‘Rush Hour’ ήταν μια χρυσοφόρος συμφωνία, με συνολικά έσοδα που ξεπέρασαν τα $850 εκατομμύρια παγκοσμίως, και απίστευτα δημοφιλής στην Κίνα – μια αγορά που αποτελεί διακαή πόθο για τα στούντιο. Ο Ράτνερ, παρόλο που η καριέρα του έχει ένα ασταθές track record (‘The Family Man’, ‘X-Men: The Last Stand’ και το αδικημένο, αλλά μακράν καλύτερό του ‘Red Dragon’), κατέχει την «συνταγή» για αυτό το συγκεκριμένο franchise.
Κι αν όλα πάνε καλά —και το budget δεν ξεφύγει— η Paramount μπορεί να καταφέρει όχι μόνο να αναστήσει ένα franchise που όλοι θεωρούσαν νεκρό, αλλά και να αποδείξει ότι, τελικά, η παλιά συνταγή των buddy–cop λειτουργεί ακόμη. Όχι γιατί είναι νέα· αλλά γιατί είναι οικεία. Η επιστροφή του Ράτνερ, μια εμβληματική νίκη της πολιτικής εύνοιας έναντι της ηθικής κατακραυγής, καθιστά το έργο μια θεωρητική αιχμή για το πώς η εξουσία αναδιατάσσει το καλλιτεχνικό και ηθικό τοπίο. Το Χόλιγουντ, όπως και η πολιτική, φαίνεται να λειτουργεί με τη λογική της ανταλλαγής: μια χάρη για ένα ντοκιμαντέρ, μια ταινία για μια πιθανή συγχώνευση.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων