"Depeche Mode M": Μαγική, μεταφυσική εμπειρία
Το έχω γράψει ξανά πολλές φορές με την κάθε ευκαιρία που μου παρουσιάζεται. Από τον υπογράφοντα δεν θα διαβάσετε ποτέ κάτι αντικειμενικό για τους Depeche Mode, είναι η μεγάλη και παντοτινή μουσική μου αγάπη, η μπάντα της ζωής μου. Το γνωρίζουν συγγενείς, φίλοι, γνωστοί και επίσης οι πολλοί/ες σταθεροί αναγνώστες του MOVE IT.
ΣΧΕΤΙΚΑΤι σχέση έχουν "28 years later" και Depeche Mode?
Φυσικά και βρέθηκα στο Village για την προβολή του Depeche Mode M, ανυπομονώντας πολύ περισσότερο μιας και πέρυσι δεν κατάφερα να τους δω live για πρώτη φορά σε περιοδεία τους, μετά από 27 χρόνια, οπότε η προσμονή καταλαβαίνετε ότι ήταν έντονη και φορτισμένη.
Το ντοκιμαντέρ-συναυλία Depeche Mode: M καταγράφει την περιοδεία Memento Mori 2023-2024 η οποία με 112 shows και πάνω από τρία εκατομμύρια θεατές, κορυφώθηκε με τρεις sold-out εμφανίσεις στο Foro Sol της Πόλης του Μεξικού, δημιουργώντας μια ζωντανή, σχεδόν μεταφυσική εμπειρία, με ένταση και βαθύ συναισθηματικό υπόβαθρο, αναδεικνύοντας τη σχέση του συγκροτήματος με το θάνατο και τη μεταφυσική διάσταση της μεξικάνικης κουλτούρας. Ο Mεξικανός Φερνάντο Φριάς (γνωστός από τo I’m No Longer Here) μετατρέπει την σκηνή του Foro Sol σε ένα τελετουργικό πεδίο όπου το Memento Mori αποκτά την πλήρη του σημασία: «Θυμήσου, όλοι πρέπει να πεθάνουμε». Πλέκει το φιλμικό του όραμα δημιουργώντας ένα έργο που θυμίζει εικαστική εγκατάσταση. Εναλλάσσει τα πλάνα της σκηνής με θραύσματα αρχείου, παραμορφωμένες εικόνες, άγγελους σε ερειπωμένα κτίρια, ποιητικές αφηγήσεις για το άχρηστο της τεχνολογίας, για τον χρόνο που αποσυντίθεται. Το αποτέλεσμα είναι μια συμφωνία από σκοτεινό φως, ένας κινηματογραφικός ψαλμός για το πεπερασμένο. Παρά κάποια έντονα προβλήματα στην ροή του doc, το έργο υπερβαίνει τη στενή έννοια της συναυλίας και μετατρέπεται σε ένα καλλιτεχνικό στοχασμό για τη ζωή και τη θνητότητα. Είναι μια ελεγεία για το εφήμερο, μια κατάδυση στη σχέση μεταξύ μουσικής και θανάτου, ρυθμού και μνήμης, πίστης και απώλειας.

Το Depeche Mode: M δεν είναι απλώς μια καταγραφή των ζωντανών εμφανίσεων του συγκροτήματος, θέλει είναι μια εξερεύνηση του θανάτου, της μνήμης και της μουσικής ως καθρέφτη της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο σκηνοθέτης αποφεύγει συνειδητά τις συνεντεύξεις με τη μπάντα ή την υπερβολική συμμετοχή των φανς, αντίθετα, ενσωματώνει πλάνα συναυλίας με σινεφίλ, φθαρμένο αρχείο, που αναφέρεται στην παραδοσιακή μεξικάνικη τέχνη για τη θνητότητα και την προσωρινότητα, συνδέοντας τη με τα θέματα του άλμπουμ Memento Mori. Αξιοποιεί πειραματικές τεχνικές κινηματογραφικής απεικόνισης, παίζοντας με χρώμα, ασπρόμαυρο, μονοχρωματικές ακολουθίες, καθώς και την ανανεωμένη τεχνική Pepper’s ghost, δημιουργώντας μια αίσθηση καλλιτεχνικής ανησυχίας που όμως από ένα σημείο και έπειτα κουράζει, καταλαμβάνει πολύ περισσότερο χώρο στο ντοκιμαντέρ από ότι του αξίζει, φλυαρεί ορισμένες στιγμές και σαν να ξεχνά ότι απευθύνεται σε φανατικούς.

Παρά τις κάποιες αδυναμίες στη συνοχή της αφήγησης και την υπερβολικά εστιασμένη κινηματογραφική σύνθεση, το έργο καταφέρνει να συνδέσει τον θεατή με την ενέργεια, την ένταση και τη σκοτεινή αισθητική της μπάντας, σε έναν βαθμό, όχι ολοκληρωτικά όμως και όχι συνεχώς. Ο σκηνοθέτης εστιάζει σε κάθε λεπτομέρεια: τις μπότες του Γκάχαν, τα δαχτυλίδια κρανίων, το κιθαριστικό φλάτ του Γκορ, τις εκφράσεις του Πίτερ Γκόρντενο και του Κρίστιαν Άιγκνερ. Ακόμα και τα μικρά, προσωπικά τραύματα πάνω στη σκηνή αποκτούν τεράστια σημασία, σαν να μας λένε ότι η ζωή είναι εύθραυστη αλλά η μουσική τους αιώνια.
Ο Φριάς επιλέγει τραγούδια με βάση τη θεματική τους συνάφεια ώστε να τα εντάξει στο πλαίσιο της κεντρικής του ιδέας (κάθε τραγούδι λειτουργεί ως θεματική γέφυρα για τη σύνδεση μουσικής, θανάτου και πολιτισμού) και κάπως έτσι στερούμαστε την ευκαιρία να (ξανα)δούμε κάποια αριστουργήματα. Αφήνω μερικές σημειώσεις για την track list του ντοκιμαντέρ.

Το World in My Eyes, αφιερωμένο στον Άντι Φλέτσερ, ξεχειλίζει συγκίνηση, με μπάντα και κοινό πλήρως συντονισμένους. Μεγάλη έκπληξη το λατρεμένο Sister Of Night. Για το Stripped (αγαπημένο μου για πάντα) σταθερά βουβός λυγμός. Το Wagging Tongue ακουμπάει στα "παλιά" και αρέσει, ο Γκορ απογείωσε το (όχι και σπουδαίο) Soul With Me, ο Γκάχαν δεν κατάφερε το ίδιο με το Speak To Me. Το A pain that i'm used to δυστυχώς το έπαιξαν στην ρεμιξαρισμένη (εντελώς αδιάφορη) εκτέλεση όπως και στην προηγούμενη περιοδεία τους. Το Wrong δυστυχώς αποδόθηκε μέτρια, το Condemnation αδιάφορα. Για τα Personal Jesus, Enjoy The Silence, Never Let Me Down δεν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι, δεν υπάρχει και κάτι που να μην έχει γραφτεί ξανά και ξανά.
Με τόσες τραγουδάρες που έχουν γράψει, πάντα κάποια θα μείνουν εκτός, όλοι και όλες μας έχουμε τα δικά μας προσωπικά αγαπημένα, άκρη δεν βγάζουμε ποτέ. Όλα όμως σε κάνουν να αναπνέεις και να νιώθεις κάθε λέξη, κάθε νότα. Ένα μουσικό τελετουργικό μυστήριο, ένα ξέσπασμα καθαρτικής ενέργειας. Εδώ η μουσική δεν είναι απλώς ήχος — είναι συναίσθημα, είναι ζωή, είναι θάνατος.
Το Depeche Mode: M κορυφώνεται ως εμπειρία, όχι ως αφήγηση. Ένας ύμνος στη θνητότητα και στη συλλογική επιθυμία να συνεχίσουμε να τραγουδάμε, να χορεύουμε, να υπάρχουμε. Στην οθόνη, η ηλεκτρική θλίψη μετατρέπεται σε πνευματική μέθεξη. Και κάπου ανάμεσα στους αγγέλους, τις σκιές και τα συνθετικά ηχοτοπία, το Memento Mori γίνεται ξανά επίκαιρο: δεν είναι υπενθύμιση θανάτου, αλλά υπόσχεση ζωής.
Και μπορει οι Depeche να έχουν μεγαλώσει (και εμείς μαζί τους), παραμένουν όμως μαγικοί, ελεγειακά υπερβατικοί, καρδιοκατακτητές των επιθυμιών σου.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων