Αποκληρωμένος από τη γέννησή του από την εξωφρενικά πλούσια οικογένειά του, ο Becket Redfellow είναι αποφασισμένος να πάρει πίσω την κληρονομιά του,ό,τι κι ανχρειαστεί, όσα συγγενικά εμπόδια κι αν σταθούν στον δρόμο του.
Η μητέρα του Becket, Mary, υπήρξε κάποτε κληρονόμος της οικογενειακής περιουσίας, όμωςεξορίστηκε από τον πατέρα της, τον πατριάρχη Whitelaw, όταν έμεινε έγκυος, και πέθανε μακριά από όλα όσα θεωρούσε δικά της. Μεγαλώνοντας με αυτή την ιστορία σαν “εντολή” και με την πεποίθηση ότι το χρήμα ισοδυναμεί με δικαίωση, ο Becket καταστρώνει ένα σχέδιο: να ξεπαστρέψει–με στυλ-τους επτά συγγενείς που τον χωρίζουν από το Redfellow Estate.
Με το How to Make a Killing, ο Τζον Πάτον Φορντ επιστρέφει μετά το εξαιρετικό Emily the Criminal σε μια ακόμη ιστορία γύρω από την ταξική κινητικότητα, το χρήμα και την αμερικανική μυθολογία της επιτυχίας.

Μόνο που αυτή τη φορά η αφήγηση εγκαταλείπει τον νεορεαλιστικό παλμό του προηγούμενου φιλμ και βυθίζεται σε μια κατάμαυρη φάρσα όπου ο φόνος μετατρέπεται σε οικονομικό εργαλείο και η οικογένεια σε μηχανισμό αναπαραγωγής της εξουσίας.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του How to Make a Killing δεν είναι τελικά οι φόνοι του. Είναι η ιδέα που κρύβεται πίσω από αυτούς. Η ιδέα ότι ο καπιταλισμός δεν λειτουργεί απλώς ως οικονομικό σύστημα αλλά ως κληρονομική θρησκεία. Ότι η κοινωνική θέση δεν κατακτιέται· μεταβιβάζεται. Από αυτή την άποψη, ο Μπέκετ Ρέντφελοου του Γκλεν Πάουελ αποτελεί μια σχεδόν ειρωνική φιγούρα. Δεν είναι ένας επαναστάτης απέναντι στους δισεκατομμυριούχους συγγενείς του. Είναι ένας άνθρωπος που θέλει απλώς να καθίσει στο ίδιο τραπέζι. Να αναγνωριστεί από μια δυναστεία που τον απέρριψε πριν ακόμη γεννηθεί.
Ένα από τα προβλήματα του φιλμ είναι ο πρωταγωνιστής. Ο Γκλεν Πάουελ παραμένει χαρισματικός, διαθέτει star power και άνεση, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα προικισμένος ερμηνευτικά ηθοποιός: βρίσκει τρόπο να διατηρήσει μια ανθρώπινη διάσταση στον χαρακτήρα, αλλά συνολικά δεν είναι εκφραστικός, δεν λάμπει και δεν είναι τόσο πνευματώδης όσο θα έπρεπε. Η Μάργκαρετ Κουάλεϊ, από την άλλη, μοιάζει να έχει εισβάλει από μια καλύτερη και πιο κομψή ταινία. Κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη, το φιλμ αποκτά ξαφνικά ενέργεια. Διαθέτει εκείνη τη σπάνια ιδιότητα να τραβά το βλέμμα χωρίς καν να προσπαθεί ιδιαίτερα. Η παρουσία της δίνει μια αίσθηση κινδύνου και απρόβλεπτου που λείπει από μεγάλο μέρος της υπόλοιπης αφήγησης.

Άλλο ένα πρόβλημα βρίσκεται στον τόνο. Η ταινία θέλει να είναι μαύρη κωμωδία, κοινωνική σάτιρα, οικογενειακή διαβολική ίντριγκα και θρίλερ δολοφονιών ταυτόχρονα. Καμία από αυτές τις πλευρές δεν αποτυγχάνει πλήρως, αλλά καμία δεν κυριαρχεί αρκετά ώστε να δώσει πραγματική ταυτότητα στο σύνολο. Υπάρχουν σκηνές που μοιάζουν να υπόσχονται κάτι πραγματικά αιχμηρό για την αμερικανική λατρεία του πλούτου και αμέσως μετά η ταινία επιστρέφει σε ένα αστείο που δεν απογειώνεται ποτέ.
Κι όμως, ακόμη και όταν σκοντάφτει, το How to Make a Killing παραμένει αξιοπερίεργο. Γιατί πίσω από τους φόνους και τις ανατροπές υπάρχει μια αρκετά πικρή ιδέα. Ο Μπέκετ δεν σκοτώνει επειδή μισεί τους συγγενείς του. Σκοτώνει επειδή θέλει να γίνει ένας από αυτούς. Αυτό είναι ίσως το πιο σατιρικό στοιχείο της ταινίας. Η επιθυμία του δεν είναι να γκρεμίσει το σύστημα αλλά να κερδίσει θέση μέσα σε αυτό.
Το How to Make a Killing δεν διαθέτει το δάγκωμα που θα το έκανε πραγματικά αξέχαστο. Διαθέτει όμως αρκετή εξυπνάδα, αρκετούς καλούς ηθοποιούς και αρκετές ενδιαφέρουσες ιδέες ώστε να αξίζει τον χρόνο του θεατή.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων