European Media

Βασίλης Μαζωμένος:"Ο κινηματογράφος παραμένει χώρος ελευθερίας και αναζήτησης"

Δημοσίευση: 24 Μαρτίου 2026, 13:26
Συντάκτης:

Η νέα ταινία του Βασίλη Μαζωμένου ετοιμάζεται για τις ελληνικές αίθουσες. 

<a href="/tainies/apeiri-gi/73402">Άπειρη Γη</a>ΣΧΕΤΙΚΑΆπειρη Γη

Μετά τις βραβεύσεις που προηγήθηκαν για την "Άπειρη Γη" στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (για την ερμηνεία του Αλέξανδρου Νταβρή), στο Φεστιβάλ Fantasporto της Πορτογαλίας (βραβείο κριτικών και βραβείο φωτογραφίας) και στα Maverick Movie Awards (Βραβείο Φωτογραφίας), από την προσεχή Πέμπτη θα έχουμε την ευκαιρία να την δούμε στον κινηματογράφο Cinobo Όπερα.

Η Άπειρη Γη, ενδέκατη μεγάλου μήκους ταινία του Έλληνα δημιουργού, είναι ένα στοιχειωτικό ελεγείο για την απώλεια, τη μετανάστευση και την ταυτότητα. Σε ένα απομονωμένο χωριό της Ηπείρου, ο νεαρός Λάζαρος μεγαλώνει στη σκιά του θανάτου του πατέρα του, βιώνοντας τη σιωπηλή φθορά ενός κόσμου που χάνεται. Με ποιητική λιτότητα και αυστηρή εικαστική γραφή, ο Μαζωμένος σκιαγραφεί ένα βαθιά προσωπικό και επίκαιρο πορτρέτο μιας Ευρώπης που ξεχνά τις ρίζες της.

Σύμφωνα με την επίσημη σύνοψη: Σε ένα χωριό της Ηπείρου, ο Λάζαρος σκοτώνεται κατά λάθος κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού από έναν φίλο του πατέρα του. Η τραγωδία συγκλονίζει το χωριό, καθώς η γυναίκα του περιμένει το παιδί τους. Λίγο μετά την κηδεία, το παιδί γεννιέται και φέρνει ξανά χαρά στην κοινότητα. Το αγόρι μεγαλώνει και, σε ηλικία επτά ετών, βαπτίζεται, παίρνοντας το όνομα του νεκρού πατέρα του. Στα νιάτα του, ερωτεύεται την Χάιδω και τελικά την παντρεύεται. Ωστόσο, η φτώχεια αναγκάζει τον Λάζαρο να μεταναστεύσει μαζί με άλλους νεαρούς χωρικούς. Στα ξένα, αγωνίζεται να βρει το δρόμο του και χάνει την επαφή με τις ρίζες του. Στη σημερινή εποχή, τα εγγόνια τους, ο Λάζαρος και οι φίλοι του, συνεχίζουν τις παραδόσεις και τις χαρές τους, όπως ακριβώς και οι πρόγονοί τους.

Ο Βασίλης Μαζωμένος συνομίλησε με το MOVE IT για την "Άπειρη Γη": 

Συγχαρητήρια για την νέα ταινία σας, Άπειρη Γη. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η ταινία αλλά και ο τίτλος άπειρη γη;

Η Άπειρη Γη για μένα δεν είναι απλώς μια ιστορία, αλλά ένας εσωτερικός τόπος όπου συναντιούνται η μνήμη, η απώλεια και η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει·  ακόμη κι όταν αυτό το «ανήκειν» έχει χαθεί. Ο τίτλος δεν αφορά μόνο μια γεωγραφία, αλλά μια κατάσταση: μια γη που δεν τελειώνει, γιατί είναι φτιαγμένη από βιώματα, γενιές, τραύματα και επιστροφές. Μια γη που την κουβαλάμε μέσα μας, ακόμη κι όταν τη χάνουμε. Η Ήπειρος λειτουργεί ως αφετηρία, όμως αυτό που με απασχολεί είναι κάτι πιο καθολικό: ο άνθρωπος που βρίσκεται ανάμεσα σε πατρίδες, σε ζωές, σε αυτό που ήταν και σε αυτό που γίνεται. Τελικά, η Άπειρη Γη είναι μια απόπειρα να μιλήσω για αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο, όπου ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός και οι ζωντανοί, οι νεκροί και οι μνήμες συνυπάρχουν.

Με το Καθαρτήριο (2022) έκλεισε η τριλογία της κρίσης (Γραμμές, Εξορία). Η Άπειρη Γη ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην φιλμογραφία σας;

Ναι, θα έλεγα πως η Άπειρη Γη ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, χωρίς όμως να αποκόπτεται από ό,τι προηγήθηκε. Η τριλογία (Γραμμές, Εξορία, Καθαρτήριο) ήταν βαθιά συνδεδεμένη με την πόλη, την ιστορική βία και την εμπειρία της κρίσης. Εκεί ο άνθρωπος βρισκόταν εγκλωβισμένος μέσα σε συστήματα, μέσα σε ρόλους που τον όριζαν. Στην Άπειρη Γη υπάρχει μια μετατόπιση. Φεύγω από το αστικό τοπίο και πηγαίνω στη φύση, στην Ήπειρο· όχι ως φόντο, αλλά ως ζωντανή παρουσία. Η αφήγηση γίνεται πιο λιτή, πιο γυμνή, πιο κοντά σε κάτι ποιητικό. Ταυτόχρονα, με απασχολεί όλο και περισσότερο ο άνθρωπος όταν χάνει τη θέση του. Όταν επιστρέφει σε έναν κόσμο που δεν τον αναγνωρίζει ή δεν τον χρειάζεται πια. Εκεί όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν και μένει μόνος απέναντι σε αυτό που είναι. Αυτό που μετατοπίζεται λοιπόν δεν είναι μόνο το τοπίο, αλλά και το βλέμμα: από την κοινωνική κρίση περνάμε σε κάτι πιο υπαρξιακό· στον χρόνο, στη μνήμη και στους κύκλους που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Οπότε ναι, είναι μια στροφή προς κάτι πιο εσωτερικό, πιο σιωπηλό και πιο ουσιώδες.

Τι είναι αυτό που σας συγκινεί και κινητοποιεί καλλιτεχνικά σε έναν κινηματογράφο, όπως τον ελληνικό, με τις πολλές δυσκολίες του;

Αυτό που με συγκινεί δεν είναι οι δυσκολίες, αυτές υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα. Αυτό που με κινητοποιεί είναι η ανάγκη. Ο ελληνικός κινηματογράφος, ακριβώς επειδή δεν στηρίζεται σε βεβαιότητες, σε αναγκάζει να επιστρέψεις στα βασικά: γιατί κάνεις μια ταινία; τι έχεις πραγματικά να πεις; Χωρίς αυτή την ανάγκη, δεν μπορείς να προχωρήσεις. Φυσικά, η διαδικασία της παραγωγής είναι συχνά ένας μικρός Γολγοθάς· μια συνεχής προσπάθεια να στηθεί κάτι μέσα από ελλείψεις, καθυστερήσεις και διαρκείς συμβιβασμούς. Όμως, μέσα σε αυτή τη συνθήκη γεννιέται και μια ιδιότυπη ελευθερία. Όταν δεν έχεις πολλά μέσα, στρέφεσαι σε αυτό που είναι ουσιώδες: την εικόνα, τον χρόνο, το βλέμμα, τον άνθρωπο. Με συγκινεί επίσης η επιμονή. Το να συνεχίζεις να κάνεις κινηματογράφο σε ένα περιβάλλον που συχνά δεν σε διευκολύνει, είναι από μόνο του μια πράξη πίστης· όχι μόνο στην τέχνη, αλλά και στον άνθρωπο. Τελικά, αυτό που με κινητοποιεί είναι ότι, μέσα σε όλες αυτές τις αντιφάσεις, ο κινηματογράφος μπορεί ακόμη να παραμένει ένας χώρος ελευθερίας και αναζήτησης. Και αυτό, για μένα, αρκεί.

Σας έχει απασχολήσει ξανά στο παρελθόν η πορεία του κόσμου μας και ιδιαίτερα του δυτικού πολιτισμού και της Ευρώπης, ήδη από τις Μέρες Οργής (1995). Η Άπειρη Γη τι Ελλάδα και τι Ευρώπη αποτυπώνει; Ποια νέα προβλήματα και ανησυχίες πυροδοτούν την ιστορία της;

Από τις Μέρες Οργής μέχρι σήμερα, αυτό που με απασχολεί είναι ουσιαστικά το ίδιο ερώτημα: προς τα πού κινείται ο κόσμος μας και τι χάνει στην πορεία. Η Άπειρη Γη δεν επιχειρεί να περιγράψει άμεσα μια συγκεκριμένη Ελλάδα ή μια συγκεκριμένη Ευρώπη. Περισσότερο αποτυπώνει μια κατάσταση: μια ήπειρο κουρασμένη, έναν πολιτισμό που μοιάζει να έχει αποκοπεί από τις ρίζες του, από τη μνήμη του, από μια βαθύτερη αίσθηση κοινότητας. Υπάρχει όμως και μια πιο σκοτεινή διάσταση: η αίσθηση ότι η Δύση μπαίνει σε μια περίοδο κανονικοποίησης του φόβου, όπου η ανασφάλεια μετατρέπεται σε πολιτική, η ταυτότητα σε μηχανισμό αποκλεισμού και η βία επανέρχεται ως αποδεκτό εργαλείο. Η Ελλάδα, μέσα σε αυτό, λειτουργεί σαν συμπύκνωση. Ένας τόπος που κουβαλά έντονα τις αντιφάσεις: την παράδοση και την απώλειά της, την επιμονή και τη φθορά, την ανάγκη για συνέχεια και τη βίαιη διακοπή της. Αυτό που βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας δεν είναι ένα γεγονός, αλλά μια βαθύτερη ανησυχία: ότι ο άνθρωπος αποσυνδέεται από τον χρόνο, από τη γη και τελικά από το ίδιο το νόημα της ύπαρξής του. Ταυτόχρονα, με απασχολεί η ιδέα της επιστροφής, αλλά όχι ως λύση. Η επιστροφή σε έναν τόπο ή σε μια ταυτότητα που δεν είναι πια η ίδια, που ίσως δεν υπήρξε ποτέ όπως τη θυμόμαστε. Οπότε η Άπειρη Γη δεν δίνει απαντήσεις. Περισσότερο καταγράφει αυτή τη ρωγμή: ανάμεσα σε αυτό που ήμασταν και σε αυτό που γινόμαστε. Και προσπαθεί να δει τι μπορεί ακόμη να σωθεί μέσα σε αυτή τη μετάβαση.

Κάθε τόπος έχει τους δικού του συμβολισμούς και τα δικά του νοήματα. Τι σημαίνει λοιπόν η επιλογή της Ηπείρου;

Η επιλογή της Ηπείρου δεν είναι απλώς αισθητική, είναι βαθιά ουσιαστική. Είναι ένας τόπος που κουβαλά μνήμη· όχι ως αφήγηση, αλλά ως ίχνος. Στο τοπίο, στις σιωπές, στους ανθρώπους. Υπάρχει μια αίσθηση συνέχειας, αλλά και απώλειας ταυτόχρονα. Σαν να συνυπάρχουν διαφορετικοί χρόνοι μέσα στο ίδιο παρόν. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν ακριβώς αυτή η ποιότητα: μια γη σκληρή, λιτή, που δεν «παρηγορεί», αλλά σε φέρνει αντιμέτωπο με αυτό που είσαι. Ένας τόπος που δεν λειτουργεί ως φόντο, αλλά ως ενεργό στοιχείο της αφήγησης. Η Ήπειρος, για μένα, γίνεται κάτι περισσότερο από γεωγραφία. Γίνεται ένας χώρος επιστροφής, αλλά και δοκιμασίας. Ένας τόπος όπου ο άνθρωπος καλείται να σταθεί χωρίς προστασίες, χωρίς ρόλους, απέναντι στον χρόνο, στη μνήμη και στις ρίζες του. Και ίσως γι’ αυτό την επέλεξα: γιατί είναι ένας τόπος που με αφορά προσωπικά. Ένας τόπος που δεν τον «παρατηρώ», αλλά τον κουβαλάω και με έναν τρόπο, επιστρέφω σε αυτόν κάθε φορά που προσπαθώ να καταλάβω τι σημαίνει να ανήκεις.

Το ποιητικό και πολλές φορές πιο δοκιμιακό σινεμά το οποίο ακολουθείτε, έχει θέση στον σύγχρονο κινηματογραφικό χάρτη;

Δεν ξέρω αν έχει «θέση» με την έννοια της Αγοράς, αλλά δεν είναι το βασικό ζήτημα για μένα. Το ποιητικό ή δοκιμιακό σινεμά ήταν πάντα παρόν, παράλληλα με τις κυρίαρχες μορφές αφήγησης. Όχι επειδή είναι λιγότερο αναγκαίο, αλλά επειδή δεν λειτουργεί με όρους κατανάλωσης. Δεν επιδιώκει να εξηγήσει, να καθησυχάσει ή να προσφέρει εύκολες ταυτίσεις. Για μένα, αυτό το σινεμά έχει λόγο ύπαρξης ειδικά σήμερα, σε μια εποχή υπερπληροφόρησης και ταχύτητας. Είναι ένας τρόπος να επιβραδύνεις, να σταθείς, να δεις αλλιώς. Να αφήσεις χώρο στην εικόνα, στον χρόνο, στη σιωπή. Φυσικά, δεν είναι ένας εύκολος δρόμος. Απευθύνεται σε έναν άνθρωπο που είναι διατεθειμένος να συμμετάσχει, όχι απλώς να καταναλώσει. Αλλά πιστεύω ότι αυτός ο άνθρωπος υπάρχει· ίσως όχι μαζικά, αλλά ουσιαστικά. Τελικά, δεν με απασχολεί αν αυτό το σινεμά «χωράει» στον σύγχρονο χάρτη. Με απασχολεί αν είναι αναγκαίο. Και αν μπορώ, έστω και λίγο, να κρατήσω ζωντανή αυτή τη γραμμή ενός σινεμά που δεν γεννήθηκε για την Αγορά, αλλά για να αγγίζει τον άνθρωπο.

 

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο
Spentzos
26980
Tanweer
6945
Spentzos
4228
backrooms, από την Spentzos backrooms, από την Spentzos