European Media

"Χιούμορ έχουμε, την χαρά μας λίγο έχουμε χάσει"

Published: 6 Mar 2026, 03:13
Συντάκτης:

Μετά από μια μακρά προϋπηρεσία σε ταινίες μικρού μήκους και μια διαδρομή που είχε ως σταθμούς μεταξύ άλλων το Λος Άντζελες και τη Νέα Υόρκη, τόσο για επαγγελματικούς όσο και για ακαδημαϊκούς σκοπούς, το “Φίλοι για Πάντα” αποτελεί το βάπτισμα του πυρός του Κωνσταντίνου Μουσούλη στο πεδίο της μυθοπλασίας μεγάλου μήκους, βάζοντας παράλληλα κι ένα στοίχημα για μια συμβολή στην επαναφορά της κωμωδίας στη μεγάλη οθόνη εντός Ελλάδας, που σαν είδος σε παλιότερες εποχές είχε ισχυρότερη δυναμική ως προς το να κάνει το “μπαμ” στα ταμεία. Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε ταυτόχρονα μαζί με τον ίδιο για το φιλμ, καθώς και με τρία βασικά μέλη του καστ: τη Χρύσα Μιχαλοπούλου, τον Ζήση Ρούμπο και τον Θανάση Αλευρά. Και με καλή διάθεση, αλλά και χιούμορ, μπήκαμε στα “βαθιά” της δημιουργικής διαδικασίας, αλλά μιλήσαμε επίσης και για ζητήματα ευρύτερα που άπτονται της φύσης της ίδιας της ταινίας, όπως για το μέλλον του χιούμορ στο ελληνικό σινεμά. 

Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει στο ελληνικό σινεμά ότι έχουν γίνει πολύ μεγάλες εμπορικές επιτυχίες δραματικές ταινίες κυρίως, η “Ευτυχία”, το “Υπάρχω”... 

ΖΗΣΗΣ ΡΟΥΜΠΟΣ: ...η “Φόνισσα”... 

Ακριβώς, όλες αυτές. Υπάρχουν κωμωδίες που κάνουν αρκετά εισιτήρια, απλά ίσως όχι τόσο σε σχέση με κάποια χρόνια πιο πίσω. Σαν πρόταση, το “Φίλοι για Πάντα” τι θα λέγατε ότι έχει για να φέρει πίσω τον Έλληνα θεατή στην κωμωδία σε μεγάλο βαθμό; 

ΧΡΥΣΑ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ: Δεν έχει φόνισσα (γέλια)! 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΛΕΥΡΑΣ: Είναι κωμωδία αρχικά (γέλια)! Έτσι και αλλιώς είναι γεγονός να δεις κάτι χαρούμενο στην οθόνη. Δεύτερον, και περισσότερο σαν θεατής θα μιλήσω παρά σαν ηθοποιός, γιατί σαν ηθοποιός την παρουσία μου δεν την ξέρω ακόμη [σ.σ.: στην ταινία, μέχρι τη στιγμή της συνέντευξης δεν είχε προβληθεί ολοκληρωμένο το φιλμ σε όλους τους συντελεστές] κι έχω ζήσει και μια άλλη ιστορία στο κεφάλι μου, αλλά σαν θεατής είναι μια ταινία που δεν καμώνεται, που δεν έχει φτιασίδια. Έχει μια αλήθεια, έχει μια εντιμότητα, δεν πάει να κοροϊδέψει, είναι μια ιστορία φίλων που θα μπορούσε ο καθένας να ταυτιστεί με την παρέα του, όπου συμβαίνουν κωμικά πράγματα που συμβαίνουν σε κάθε παρέα. Για εμένα αυτό είναι σημαντικό, το ότι δεν έχει αυτήν την υστερία της κωμωδίας και της ατάκας με το ζόρι, το ότι δεν είναι “προκατασκευασμένη” κωμωδία για να φέρει κόσμο στο σινεμά. Είναι από ανάγκη, από την ψυχή του σεναριογράφου, έχει μια επιστροφή σε μια “κανονικότητα”, δεν ξέρω πώς να το πω, δεν είναι κάτι κατασκευασμένο, και αυτό μου αρέσει. Αυτό για μένα είναι ένα πλεονέκτημα, εκτός του καστ που περιλαμβάνει και νέους ανθρώπους και ανθρώπους που δεν έχουμε μπει πολύ μέσα στη διαδικασία του σινεμά. 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΛΗΣ: Δύο πράγματα σχετικά με αυτό. Το ένα είναι ότι όντως υπάρχει μια αγνή πρόθεση στη δημιουργία της ταινίας, είναι απλά η ψυχαγωγία του θεατή, να περάσει καλά, να ξεχάσει ό,τι θέμα μπορεί να έχει για μιάμιση ώρα, να γελάσει, να συγκινηθεί. Και μ’ ένα πάντρεμα από τις ταινίες που είχαμε συνηθίσει μεγαλώνοντας και είχαν μια αγνή πρόθεση, Κωνσταντάρας, Μουστάκας, Βουτσάς, όλο αυτό. Έβαλα κι εγώ στοιχεία από την εκπαίδευσή μου από την Αμερική, να είναι μια πρόταση για ένα θέμα που μας αφορά όλους, τη φιλία, και να περάσουμε ξέγνοιαστα. 

Μιχαλοπούλου - ΑλευράςΜιχαλοπούλου - Αλευράς

Μιας και κάνατε την αναφορά σε παλιότερα πρότυπα κωμωδίας, υπήρξαν κάποιες συγκεκριμένες κωμωδίες που μπορεί να τις βλέπατε ως συντελεστές κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων για να πάρετε έμπνευση, για να θυμηθείτε πώς το έκαναν παλιά ή να πάρετε κάποιες κατεθυντήριες γραμμές για να προκύψει το αποτέλεσμα που βγάλατε; 

Ζ. Ρ.: Εγώ διαβάζοντας το σενάριο του Κωνσταντίνου, και του το είπα κιόλας, και είναι κάτι που λέω όπου σταθώ και όπου βρεθώ, ήταν κάτι που μου θύμισε παλιό ελληνικό κινηματογράφο με την έννοια της αγνότητας, της αθωότητας, της νοσταλγίας και των ωραίων μηνυμάτων. Μια feelgood ταινία δηλαδή που πραγματικά μπορείς να απολαύσεις με μια ωραία θεματική που είναι η φιλία. Δεν χρειάστηκε να παρακολουθήσω κάποια παλιά ελληνική ταινία γιατί έτσι και αλλιώς ζουν μέσα στο DNA μας αυτές οι ταινίες. Εγώ που αγαπάω πάρα πολύ την κωμωδία, την εξασκώ κι έχω μεγαλώσει με αυτές τις αναφορές, είναι μες στο DNA μου, άνετα θα μπορούσα να δω το ίδιο σενάριο και να το κάνω recast με γνωστά ονόματα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, σε ασπρόμαυρο και να το δω στο πανί. Οριακά θα το πω, και ας μου επιτραπεί, είναι σαν να ξεχάστηκε ένα σενάριο που δεν γυρίστηκε από εκείνη την εποχή και το βρήκε ο Κωνσταντίνος και το γυρίζει. Και αυτό είναι μεγάλο πράγμα, γιατί όντως πάει κόντρα στο μοτίβο που έχουμε συνηθίσει στην κωμωδία στην Ελλάδα τώρα, αυτό είναι που με ενθουσίασε πάρα πολύ όταν διάβασα το σενάριο. Δεν δανείστηκα κάποια αναφορά από κάποιον κωμικό, ζουν όλοι μέσα μας έτσι και αλλιώς. 

Χ. Μ.: Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ στο σενάριο ότι δεν είναι κάτι κατασκευασμένο, όπως είπε πάρα πολύ ωραία ο Θανάσης. Δηλαδή δεν έχουμε πάρει το χιούμορ που υπάρχει τώρα ή να πάρουμε πράγματα που συμβαίνουν σήμερα και να τα βάλουμε στην ταινία για να φέρουμε όσο περισσότερο κόσμο μπορούμε, με αναφορές που πολλές φορές μπορεί να μην τις καταλαβαίνουμε κιόλας. Γιατί εγώ αυτό βλέπω να υπάρχει και είναι λίγο περίεργο γιατί μου αρέσει η απλότητα και τα σενάρια να είναι στοχευμένα στο στοιχείο της χαράς. Νομίζω ότι αυτός είναι και ο λόγος για να υπάρχει η κωμωδία [σ.σ.: η χαρά] και είμαι πολύ χαρούμενη που συμμετέχω σε αυτό. 

Αφού πιάσαμε το θέμα της κωμωδίας γενικότερα, από αυτά που έχετε πάρει ως ερεθίσματα, από τις δικές σας εμπειρίες, ποιο θα λέγατε ότι είναι ένα βιώσιμο μέλλον για την ελληνική κωμωδία σήμερα, πρέπει να πάρει έναν συγκεκριμένο δρόμο για να συγκινήσει και πάλι σε μεγάλο βαθμό τα πλήθη; 

Χ. Μ.: Να λέει αλήθεια! Δηλαδή, να μην παίρνει ένα φορμάτ από το εξωτερικό, που δεν το καταλαβαίνω όταν συμβαίνει γιατί είναι άλλη η ζωή στην Ελλάδα, άλλη η ζωή στο Λονδίνο, άλλη η ζωή στη Νέα Υόρκη και τα λοιπά. Αυτό που έχουμε μάθει [σ.σ.: από την ελληνική κωμωδία] για μένα δεν είναι παλιομοδίτικο, είναι μια πολύ τίμια προσπάθεια, με αυτό που έχουμε, στην κοινωνία που ζούμε εμείς, στην Αθήνα. Είναι μια προσπάθεια να εκσυγχρονιστούμε, αλλά σ’ ένα λογικό πλαίσιο, όχι στο πλαίσιο που έρχεται από κάπου αλλού, το οποίο, και το επισημαίνω... 

Ζ. Ρ.: Είναι από άλλη κουλτούρα! 

Χ. Μ.: Ακριβώς, και δεν το καταλαβαίνουμε. 

Κ. Μ.: Αυτό ήθελα να πω κι εγώ, είναι καλό να υπάρχει αλήθεια σε όποιο είδος [σ.σ.: κινηματογραφικό] και να πιάσεις. Αλλά να ξεκινάει από εκεί, τι είναι η ιστορία που θες να πεις. Ειδικά στο σινεμά παίζει πολύ ρόλο αυτό. Το να κάνεις κωμωδία απλά για να κάνεις κωμωδία είναι δύσκολο, θα πέσεις σε πολλές παγίδες. Οπότε ποια είναι η αλήθεια της ιστορίας που θες να πεις; Και μετά, και για εμένα η βασική μου εκπαίδευση είναι από το εξωτερικό, αλλά αν πήγαινα να κάνω κάτι αμερικάνικο σε νοοτροπία θα έπεφτα σε νάρκη. Οπότε πρέπει να κατανοήσεις την κουλτούρα και τι περιμένει ο θεατής ώστε να του το δώσεις, αλλά όχι με τον τρόπο που το περιμένει. Αυτό νομίζω είναι μια πρόκληση. 

Θ. Α.: Εγώ δεν πιστεύω πάντως ότι έχει θέμα ο Έλληνας με το χιούμορ. Το έχουμε το χιούμορ μας πάρα πολύ. Τη χαρά μας λίγο μπορεί να έχουμε χάσει. Όμως και τον αυτοσαρκασμό μέσα μας έχουμε, και την επιθεώρηση και τον Αριστοφάνη μας κουβαλάμε. Αυτό που δεν έχουμε τα τελευταία χρόνια είναι το μη κατασκευασμένο, οπότε τώρα όταν βλέπει ο κόσμος κάτι αληθινό πάντα το ακολουθεί. Κι εδώ υπάρχει αγνή πρόθεση απ’ την αρχή, δεν υπάρχουν από κάτω υπερβολικά πολλά επίπεδα. Το μεγάλο έργο της κωμωδίας είναι αυτό, να σε κάνει να ξεχαστείς, να γελάσεις, να διασκεδάσεις. Δεν χρειάζονται δεύτερα επίπεδα, είναι μια παρέα στην οποία βλέπουμε και τη δική μας παρέα να καθρεφτίζεται, δεν είναι αναγκαίο να έχουν όλα πολύ μεγάλη σημασία. 

Ζ. Ρ.: Θα συμφωνήσω (γέλια)! Καλύφθηκα 100% από όλους, μένω περισσότερο τώρα σε αυτό που είπε ο Θανάσης στο τέλος. Και θα τολμήσω να κάνω και τη δήλωση ότι η κωμωδία στην Ελλάδα τώρα τελευταία έχει αρχίσει να μεταμορφώνεται σ’ ένα πεδίο όπου βάζουμε και άλλα επίπεδα μέσα, σχολιασμό, πολιτική, μηνύματα ή να πηγαίνει σ’ ένα άλλο άκρο και να γίνεται κάτι φουλ επιτηδευμένο, τύπου να ρίχνουμε τα παντελόνια μας για να εισπράξουμε το γέλιο και τα εισιτήρια. Το “Φίλοι για Πάντα” δεν έχει τίποτα απ’ όλα αυτά, δεν είναι ούτε επιτηδευμένο, είναι μια ιστορία για μια παρέα και για το τι θα έκανες πραγματικά για τη φιλία. Δηλαδή άνθρωποι σε καταστάσεις “κωμικές” αλλά που καλούνται να απαντήσουν και στο εν λόγω πολύ σημαντικό ερώτημα που είναι και ο πυρήνας της ταινίας: Μέχρι πού θα έφτανες για τη φιλία πραγματικά; Οπότε νομίζω, για να απαντήσω στην ερώτηση, ότι η κωμωδία θα ήταν όμορφο να μην προσπαθεί να ακουμπήσει δεκαεφτά στόχους ταυτόχρονα αλλά να μείνει στον έναν, να κάνει δηλαδή τον κόσμο να γελάσει. 

ΡούμποςΡούμπος

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τι καινούριο αποκόμισε ο καθένας σας που δεν είχε πριν από αυτήν την εμπειρία; 

Θ. Α.: Όλοι μας έχουμε μια εμπειρία από γυρίσματα, από πρόβες, όλοι μέσα στα χρόνια αυτά. Αυτό που αποτέλεσε πρωτόγνωρο για εμένα σαν εμπειρία στα γυρίσματα αυτής της ταινίας ήταν ότι βρέθηκα σε μια παραγωγή που είχε τον χρόνο να αφιερώσει να κάνουμε πρόβες, να βρούμε τους ρόλους μας, να πάμε στο γύρισμα πολύ σίγουροι. Όλο αυτό που λέμε ταινία, ο χρόνος που σου δίνεται για να προετοιμαστείς, να συζητήσεις, να πας στο σετ. Ένιωσα λίγο παραπάνω σαν επαγγελματίας και ότι όλα, επειδή ακόμη περισσότερο το σινεμά είναι ομαδικό παιχνίδι, ήταν τόσο οργανωμένα που μ’ έκαναν να βγάλω τον καλύτερό μου εαυτό και αυτό δεν το έχουμε συνηθίσει. Είμαστε λίγο “πεταμένοι” εδώ [σ.σ.: στην Ελλάδα] οι ηθοποιοί από τον τρόπο που γίνονται τα γυρίσματα, οπότε το απολαμβάνεις και λες πως έτσι θέλεις να εργάζεσαι, να δουλεύεις, με τέτοιες συνθήκες. Και αλλάζει και το χιούμορ, αλλάζουν και οι παραγωγοί, οι άνθρωποι, έρχονται νέοι άνθρωποι. 

Ζ. Ρ.: Συμφωνώ απόλυτα. 

Χ. Μ.: Κι εγώ κάτι τέτοιο θυμήθηκα, πώς είναι να δουλεύεις με πολύ ωραίους ανθρώπους. Και είχαμε όλοι τη διάθεση να βγάλουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Και είναι κάτι πολύ ωραίο όλο αυτό και πολύ σπάνιο. 

Κ. Μ.: Εγώ με τα χρόνια στην Αμερική και τις δουλειές που είχα κάνει εκεί πέρα και όσες πήγαν να γίνουν, είμαι σε φάση που έχω απομυθοποιήσει λίγο το “κάνω μια ταινία” από άποψη δόξας. Και αυτό που σιγουρεύτηκε με την εμπειρία αυτή είναι ότι πιο σημαντικό από τη δόξα είναι οι συνεργάτες και η συνεργασία που έχεις με τους ανθρώπους μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Κι εκεί δώσαμε και με τον συνεργάτη μου, τον [σ.σ.: Κωνσταντίνο] Μουτσινά ως παραγωγό, πολλή έμφαση, και αυτή η πρόθεση πέτυχε, δηλαδή και όλοι περάσαμε καλά και κάναμε το καλύτερο δυνατό από άποψη δουλειάς και πήγε καλά η φάση. 

Ζ. Ρ.: Εγώ το μόνο που θέλω να προσθέσω είναι ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό, ειδικά στα καλλιτεχνικά επαγγέλματα, όταν πηγαίνεις για δουλειά, γιατί είναι ένα καλλιτεχνικό επάγγελμα ο ηθοποιός, να είσαι χαρούμενος. Είναι πολύ σημαντικό! Δεν μπορώ να θυμηθώ την τελευταία φορά που ήμουν χαρούμενος που ξυπνούσα πέντε η ώρα το πρωί να πάμε στο location που έχουμε συμφωνήσει. Νομίζω ότι τώρα ήταν η πρώτη φορά. 

Ίσως είναι λίγο νωρίς να μιλάμε γι’ αυτό, αλλά αν η ταινία έχει μια πολύ καλή πορεία στα ταμεία κι έρθει η συζήτηση για ένα ενδεχόμενο σίκουελ, είναι αυτή μια πιθανότητα που σας έχει περάσει από το μυαλό; Τι κατεύθυνση θα παίρνατε, πώς θα “επισκεπτόσασταν” πάλι αυτούς τους χαρακτήρες, σας έχουν έρθει ιδέες σχετικές; 

Ζ. Ρ.: Άλλη μία ταινία και σειρά στην τηλεόραση θα πω εγώ, ευχαριστώ! 

Θ. Α.: Κοίταξε, είμαστε μέρος ενός μεγαλόπνοου σχεδίου όπου η Iconic Films στα επόμενα χρόνια θέλει να επενδύσει στο ελληνικό σινεμά και είμαστε στην αρχή όλου αυτού. Εγώ θέλω να ξαναμπεί ο κόσμος στο σινεμά, να πληρώσει το εισιτήριό του, να στηρίξει ελληνικές παραγωγές, οι παραγωγοί να παίρνουν θάρρος και να ρισκάρουν, κι έτσι να δούμε την άνθηση που μας αξίζει, γιατί μας αξίζει πια, και μπορούμε να παράγουμε και να ταξιδέψουμε έξω και σινεμά και μυθοπλασία γενικότερα. Ήδη έχουμε σκεφτεί πώς θα ήταν η παρέα αυτή σ’ ένα δεύτερο μέρος, αλλά δεν έχουμε το σενάριο, πώς θα μπορούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να ξαναβρεθούν και κάτω από ποιες συνθήκες, αλλά αυτό είναι το λιγότερο πιστεύω. Να πάει καλά όλο αυτό, να έρθει ο κόσμος και να ξαναβρεθούμε με χαρά. 

Χ. Μ.: Εγώ έχω σκεφτεί σενάριο για νούμερο δύο. Το λέω απλά, και θέλω πάρα πολύ να γίνει. Κατ’ αρχάς δεν έχω αφήσει τον ρόλο, πουθενά δεν έχει πάει, είναι εδώ! 

Θ. Α.: Μα εσύ είσαι ο ρόλος! 

Κ. Μ.: Πολλές ιδέες έρχονται, απλά επειδή και το ίδιο το project σου λέει τι θέλει και αυτό, θα ήταν ωραίο να κάνει τον δρόμο της η ταινία, να δούμε ο κόσμος πώς θα αντιδράσει, αλλά ήδη από το πώς έχουμε δέσει όλοι σαν παρέα και μετά τα γυρίσματα παίζει και αυτό έναν ρόλο για το πώς θα γίνει ένα νούμερο δύο. Οπότε σιγά σιγά θα παραχθούν και άλλες πληροφορίες από μόνες τους και κάποια στιγμή θα τα βάλουμε κάτω για να προχωρήσει ένα σχέδιο. 

ΜουσούληςΜουσούλης

Μιας και είπατε για το κλίμα της παρέας που υπήρχε και που “βγήκε” στο πανί, ποια ήταν η διαδικασία για να “δέσει” όλο αυτό κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, από τι στάδια πέρασε; Και ποιο ήταν ίσως το σημείο εκείνο που νιώσατε ότι από εκεί κι έπειτα δουλεύατε 100% σαν παρέα; 

Κ. Μ.: Στην ταινία επειδή σε κάποιες από τις ιστορίες οι ηθοποιοί που παίζουν δεν βρίσκονται με όλους τους υπόλοιπους δεν γνωρίζονταν όλοι από την αρχή. Γνωρίστηκαν στην πορεία των γυρισμάτων, ειδικά στις σκηνές που είναι προς το τέλος της ταινίας, στη δεξίωση. Ήμουν πάρα πολύ τυχερός, όπως και όλοι μας άλλωστε, που οι περισσότεροι ηθοποιοί που ήρθαν στο project γνωρίζονταν από πριν και υπήρχε ήδη μια χημεία. Με τους υπόλοιπους αυτή η χημεία δημιουργήθηκε στο τέλος των γυρισμάτων και αμέσως μετά που αρχίσαμε να βρισκόμαστε όλοι μαζί. 

Θ. Α.: Βεβαίως ένα είναι αυτό. Το δεύτερο είναι ότι όλο το καστ έχει να κάνει με φιλία στο σενάριο και αυτή η οικειότητα έπρεπε να είναι κερδισμένη. Ας πούμε, εγώ με τη Χρύσα που δεν γνωριζόμασταν, ο Κωνσταντίνος μας πήγε σ’ ένα bowling center στην Πατησίων στην πρώτη μας πρόβα, παίξαμε bowling και διαβάσαμε τη σκηνή. Και αυτό γιατί ήθελε να μας φτιάξει μια ανάμνηση παρέας, ότι είμαστε φίλοι, βγαίνουμε, παίζουμε. Όλο αυτό λοιπόν το είχε στο μυαλό του ο Κωνσταντίνος, βοηθήθηκε και από το ότι γνωριζόμασταν, αλλά ο ίδιος θα το έκανε έτσι και αλλιώς γιατί είναι ο τρόπος του, το πώς να κερδίσει χρόνο από το γύρισμα κάνοντας ένα σωστό bonding με τον ηθοποιό. 

Κ. Μ.: Η πρόκληση είναι το πώς θα δημιουργήσεις όσο πιο πολύ γίνεται την αλήθεια. Γιατί στο σινεμά δεν μπορείς να πεις ψέματα. Πέραν του ότι αυτή η διαδικασία είναι καλή από πάρα πολλές απόψεις, και για τη συνεργασία και γιατί αυτό θέλει το σενάριο, άμα έχεις ένα κοντινό πλάνο δεν μπορείς να πεις ψέματα. Όσο καλά και να παίξει ο ηθοποιός, πρέπει να υπάρχει κάτι αληθινό από πίσω. Το αληθινό κάνει μεγάλη διαφορά, ειδικά στο σινεμά. 

Χ. Μ.: Εγώ τον Θανάση ειδικά είναι σαν να τον ξέρω χρόνια, κι επειδή πιο πολύ με τον Θανάση είχαμε σκηνές. 

Θ. Α.: Με τη Χρύσα υπάρχει μετά τα γυρίσματα μια ανάμνηση φιλίας, η οποία δεν ισχύει, αλλά σε αυτόν τον κόσμο που φτιάξαμε όλοι μαζί υπάρχει ένα σύμπαν εκεί. Εγώ με τη Χρύσα δηλαδή νιώθω την οικειότητα που νιώθει ο Κωνσταντίνος με την Αλίκη στην ταινία [σ.σ.: οι χαρακτήρες των ηθοποιών]. 

Γενικότερα, ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε ο καθένας σας μέσα από τη διαδικασία των γυρισμάτων, αυτό που σας ιντρίγκαρε περισσότερο να δοκιμαστείτε, να εξερευνήσετε κάποιες συγκεκριμένες πτυχές δημιουργικά; 

Χ. Μ.: Στην ιστορία τη δική μας έρχεται ο Θανάσης κάτω στην Κρήτη στην οικογένειά μου και παριστάνει τον αρραβωνιαστικό μου. Μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία τόσο η Αλίκη όσο και ο Κωνσταντίνος είναι σε μια άμυνα, δηλαδή δεν εκφράζουν πάρα πολύ αυτά που νιώθουν, λένε ψέματα, η Αλίκη το παίρνει λίγο πάνω της μέχρι ένα σημείο. Και αυτό ήταν για μένα κάτι πάρα πολύ “κόντρα”, γιατί εγώ άμα θέλω κάτι θα το κάνω χωρίς να με νοιάζει ποιος θα είναι απέναντι, η μαμά μου, ο μπαμπάς μου, οι θείοι μου, όλα αυτά. Οπότε το γεγονός ότι αγαπάει [σ.σ.: η Αλίκη] τόσο πολύ τους συγγενείς της ώστε να μην κάνει αυτό που θέλει για να μην τους στενοχωρήσει για εμένα ήταν πολύ δύσκολο. 

Θ. Α.: Εμένα ένα κομμάτι που με δυσκόλεψε, δηλαδή το είχα στο μυαλό μου συνέχεια, ήταν κάτι τεχνικό. Γιατί μέσα σε τρεις σελίδες εγώ παίρνω ένα ηρεμιστικό δυνατό, μέσα σε πέντε λεπτά παίρνω ένα δεύτερο και αμέσως μετά πίνω κατά λάθος μια καράφα ρακή νομίζοντας ότι είναι νερό (γέλια)! Όλο αυτό λοιπόν, που σε πιάνει το πρώτο ηρεμιστικό και μετά το δεύτερο, τι διαφορά μπορεί να έχει; Και μετά άμα μπει και η ρακή, όλο αυτό το κοκτέιλ πώς παίζεται; Οπότε ήθελα εκεί να είμαι όσο γίνεται πιο αληθοφανής και να μην το “υπερπαίξω”, προσπαθώντας και να θυμηθώ τα δικά μου μεθύσια! 

Ζ. Ρ.: Εμένα δεν με δυσκόλεψε, αλλά εκτίμησα πάρα πολύ κάτι άλλο. Όπως είπα και πιο πριν, εγώ είμαι ένας άνθρωπος κι ένας κωμικός που μεγάλωσα πάρα πολύ με Jerry Lewis, με Jim Carrey, με Danny Kaye, Buster Keaton, οπότε είμαι πολύ της φάσης της κωλοτούμπας και της μούτας. Όχι τόσο πια της κωλοτούμπας πάντως γιατί μεγάλωσα. Αλλά γενικά είμαι πολύ... γκριματσοηθοποιός! Και περήφανα! Αλλά στον κινηματογράφο αυτό θέλει πάρα πολύ μεγάλη προσοχή, ειδικά όταν κάνεις τα κοντινά, αλλιώς θα φύγει όλο άκλαυτο και δεν στέκει. Οπότε εκτίμησα πάρα πολύ που σ’ αυτήν την εμπειρία, τη δουλειά και συνεργασία κινηματογραφικά χρειάστηκε να βάλω σε λειτουργία άλλους κωμικούς μυς για να μπορέσω να υποδυθώ αυτόν τον ρόλο και τις καταστάσεις μέσα στις οποίες βρέθηκε. Και είμαι πάρα πολύ ευγνώμων γι’ αυτό, είναι η πρώτη φορά που δούλεψα μ’ έναν σκηνοθέτη για έναν κωμικό ρόλο χωρίς το κλασικό “έλα μωρέ, ο Ρούμπος θα κάνει τα δικά του”, και το εκτίμησα πάρα πολύ που δεν αφέθηκα στο να κάνω τα δικά μου. 

Κ. Μ.: Για εμένα πρόκληση ήταν να κάνουμε όσο το δυνατόν καλύτερη δουλειά με περιορισμένο χρόνο και budget, ήταν κάτι καθαρά πρακτικής φύσης.

Η άποψη του MOVE IT για την ταινία. 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο
72 ΩΡΕΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ | PRESSURE, από την Spentzos 72 ΩΡΕΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ | PRESSURE, από την Spentzos