Evia Film Project 26: «Το γεφύρι της Άρτας, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ και ένα σπίτι στο δάσος»
Το 5ο Evia Film Project, η πράσινη πρωτοβουλία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ολοκληρώθηκε με μια ανοιχτή συζήτηση με αφορμή τη διεθνή συμπαραγωγή Γέρμα που πραγματοποίησε πρόσφατα γυρίσματα και στην Αιδηψό, καθώς και το masterclass του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Φεστιβάλ Ορέστη Ανδρεαδάκη για τη διασύνδεση του δημοτικού τραγουδιού με το κινηματογραφικό είδος του σπλάτερ.
ΣΧΕΤΙΚΑEvia Film Project 26: "Αρρενωπότητα, βία και η εκδίκηση της φύσης"
Masterclass «Το γεφύρι της Άρτας, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ και ένα σπίτι στο δάσος»
Στο masterclass με τίτλο «Το γεφύρι της Άρτας, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ και ένα σπίτι στο δάσος», με ομιλητή τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Ανδρεαδάκη, εξετάστηκε πώς συνδέονται τα δημοτικά τραγούδια με το κινηματογραφικό είδος του σπλάτερ και τις σύγχρονες ταινίες τρόμου. Ο κ. Ανδρεαδάκης εξήγησε αρχικά ότι στο δημοτικό τραγούδι συναντούμε ορισμένα εξαιρετικά βίαια θέματα και μοτίβα, τα οποία απαντώνται και στο σινεμά τρόμου, δίνοντας παράλληλα διάφορα παραδείγματα που κατεδαφίζουν το στερεότυπο του σπλάτερ ως ενός ανάλαφρου είδους, μεταξύ των οποίων και το αξέχαστο Ο εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες (1984) του Γουές Κρέιβεν, όπου ο αγγλικός τίτλος (Nightmare on Elm Street) παραπέμπει στον τόπο της δολοφονίας του Τζον Κένεντι.
Στη συνέχεια, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης στάθηκε σε μία ακόμη κοινή συνισταμένη ανάμεσα στα δημοτικά τραγούδια και τις ταινίες σπλάτερ, την εισβολή της ασυνείδητης επιθυμίας στο συνειδητό, αναλύοντας συγχρόνως μια φαινομενική αντίθεση που διατρέχει το είδος του σπλάτερ. «Το σπλάτερ θεωρείται “φτηνό” είδος γιατί χειραγωγεί τον θεατή και εκβιάζει τον φόβο του με εύκολα κόλπα. Κι όμως σε πολλές από αυτές τις ταινίες διακρίνουμε εξαίσια σχόλια για πορνογραφία της βίας και την ηδονοβλεπτική συνενοχή του θεατή, ίσως μάλιστα να αντανακλούν την εποχή μας – το πώς βλέπαμε και εξακολουθούμε να βλέπουμε, για παράδειγμα, σε ζωντανή σύνδεση από το κινητό μας τα βασανιστήρια στο Γκουαντάναμο και στις φυλακές του Ιράν ή την τραγωδία στη Λωρίδα της Γάζας. Δεν υποπίπτουμε κι εμείς με αυτόν τον τρόπο σε μια ηδονοβλεπτική συνενοχή απέναντι στα αληθινά εγκλήματα που συμβαίνουν ολόγυρά μας;»
Αμέσως μετά, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ επικεντρώθηκε στην παρείσφρηση του σπλάτερ και σε άλλα κινηματογραφικά είδη, μνημονεύοντας παράλληλα το γεγονός ότι έλκει την καταγωγή του από το θέατρο. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στο έργο Τίτος Ανδρόνικος του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, που γράφτηκε στα τέλη του 16ου αιώνα, το οποίο περιλαμβάνει σκηνές και δρώμενα που φέρνουν έντονα στο μυαλό την ταινία Sweeney Todd: Ο φονικός κουρέας της οδού Φλιτ (2007) σε σκηνοθεσία Τιμ Μπάρτον. Παράλληλα, επισήμανε πως ανάλογες ιστορίες φρίκης βρίσκει κανείς και σε πολυάριθμες αρχαίες τραγωδίες, αλλά και σε διάφορες απεικονίσεις σε αγγεία που χρονολογούνται από τον 6ο αιώνα π.Χ.

Σε εκείνο το σημείο, ο κ. Ανδρεαδάκης έκανε αναφορά στις παραλογές, στην κατηγορία δηλαδή των δημοτικών τραγουδιών που αφηγούνται ακρότατες συμπεριφορές, χαρτογραφώντας τη διαδρομή που ακολούθησαν αυτές οι ιστορίες βίας, από τους αρχαίους ελληνικούς μύθους μέχρι το δημοτικό τραγούδι και τη σύγχρονη κινηματογραφική βιομηχανία. Μάλιστα, με σημείο αναφοράς την πασίγνωστη παραλογή Του νεκρού αδερφού, φώτισε έναν ακόμη κοινό άξονα που συνδέει το σπλάτερ και τα δημοτικά τραγούδια: «Πολλές παραλογές όπως και αμέτρητα σπλάτερ τοποθετούν τη δράση τους έξω από τον αστικό ιστό. Είτε στο ίδιο το δάσος, όπως για παράδειγμα είδαμε χθες στο Παρασκευή και 13, είτε στα προάστια μεγάλων πόλεων. Και ο λόγος είναι ότι παραπέμπουν σε εκείνη τη βουκολική εποχή, κατά την οποία τα φαντάσματα, τα τέρατα, τα ξωτικά ήταν μέρος της καθημερινότητας και το κακό καιροφυλακτούσε στις σκιές του δάσους».
Ακολούθως, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης πραγματοποίησε μια εκτενή και πλουραλιστική αναφορά στον τρόπο με τον οποίο αναπαρίσταται η πράξη της αυτοχειρίας στα δημοτικά τραγούδια αλλά και σε πολλές θρυλικές ταινίες από όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, ανατρέχοντας την ίδια στιγμή στις πατριαρχικές ρίζες ειδεχθών εγκλημάτων όπως η αδελφοκτονία, η μητροκτονία και η γυναικοκτονία. Έπειτα, εμβάθυνε σε διάφορα είδη κινηματογραφικού τρόμου, όπως τα σλάσερ φιλμ και το ιταλικό giallo, καταλήγοντας στον φολκλορικό τρόμο μέσα από τη μελέτη-παρατήρηση μιας ακόμα διαδεδομένης παραλογής (Η μάνα η φόνισσα). «Όλα αυτά τα στοιχεία που συναντάμε στα δημοτικά τραγούδια, οι θρύλοι και τα παραμύθια, τα φαντάσματα και τα ξωτικά, οι καλικάντζαροι και τα τέρατα, οι ιστορίες με βρικόλακες και νεκρούς που επιστρέφουν στη ζωή, έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στον κινηματογράφο, δημιουργώντας ένα ακόμα υπό-είδος του τρόμου, το λεγόμενο folk horror», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αντί επιλόγου, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης απευθύνθηκε στους φοιτητές του Τμήματος Ψηφιακών Τεχνών και Κινηματογράφου του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών: «Τα θέματα που θα σας απασχολήσουν βρίσκονται ήδη στη λαϊκή παράδοση, στις κλασικές τραγωδίες και στην τοπική μας διήγηση, ενώ τα προβλήματα που αντιμετώπισαν όλοι αυτοί οι δημιουργοί θα τα αντιμετωπίσετε κι εσείς πολύ σύντομα. Καταφύγετε σ’ αυτούς – θα βρείτε τολμηρές λύσεις, που παραβιάζουν και παραβαίνουν τους κανόνες, όπως στο Η μάνα η φόνισσα: “Έχω δυο μέρες να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω, κι αν δε το ιδώ ως το βραδύ θε να παραλοήσω”. Γιατί βραδύ και όχι βράδυ; Γιατί υπακούει σε μια εσωτερική μουσικότητα, επομένως είναι απαραίτητο να τονιστεί στη λήγουσα. Το συγκεκριμένο δημοτικό τραγούδι παραβιάζει λοιπόν τη γραμματική με τον ίδιο τρόπο που ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ παραβίασε τον κανόνα του άξονα, με τον ίδιο τρόπο που ο Στίβεν Σπίλμπεργκ παραβίασε τον κανόνα του άξονα στο Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν, γιατί δεν του έβγαιναν το μέτρο, η μουσικότητα και ο ρυθμός. Παραβιάστε λοιπόν τους κανόνες που σας μάθανε, για να σας βγει το μέτρο. Ανατρέξτε σ’ αυτούς τους κλασικούς και λαϊκούς συγγραφείς και ποιητές και γυρίστε τις ταινίες σας όπως ακριβώς τις έχετε φανταστεί».













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων