Ένα αντισυμβατικό συνεργείο ντοκιμαντέρ, αποφασισμένο να βρει απαντήσεις για ένα ανεπίλυτο δράμα, θα επιχειρήσει να αποκαλύψει την αλήθεια πίσω από τη φονική έκρηξη που συγκλόνισε τα Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου πριν από πέντε χρόνια. Η επιμονή τους θα φέρει στο φως ιστορίες ανθρώπινου τραύματος, απώλειας και αντοχής, μέσα από το πρίσμα ανάμεικτων στοιχείων μαύρης κωμωδίας και συγκινητικού δράματος.
Η ταινία αποτελεί πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής του Αλίμου, αποτυπώνοντας ένα στοργικό πορτρέτο της κοινωνίας του, αλλά και μια αντιπροσωπευτική εικόνα της περιοχής. Γυρισμένη αποκλειστικά σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους του Δήμου, αποτυπώνει την ήρεμη ομορφιά της αθηναϊκής ριβιέρας και διερευνά κοινωνικά θέματα που αφορούν την τρίτη ηλικία, όπως η απομόνωση, το τραύμα και τα στερεότυπα. Στην ταινία πρωταγωνιστούν μέλη των ΚΑΠΗ, ερασιτέχνες ηθοποιοί από το εργαστήρι ηθοποιίας του Δήμου Αλίμου, μαθητές σχολείων, και ηλικιωμένοι δημότες, φέρνοντας αυθεντικότητα και συναίσθημα στους ρόλους τους με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη.
Ο Αθανάσιος Τόμμυ Σκλάβος επιστρέφει από τις ΗΠΑ με τένα ιδιόρρυθμο mockumentary που μονταρίστηκε ξανά, μάζεψε το ρυθμό του και παραδίδει μαθήματα DIY θράσους απέναντι στην εγχώρια σοβαροφάνεια. Αν κάποιος περιέγραφε προφορικά την υπόθεση της «Μεγάλης Σφαγής των Β' ΚΑΠΗ Αλίμου», δύσκολα θα πίστευες ότι πρόκειται για ελληνική ταινία. Ένα ανεξιχνίαστο μαζικό έγκλημα, ένα αποκλειστικά γυναικείο και ΛΟΑΤΚΙ+ κινηματογραφικό συνεργείο που ερευνά την υπόθεση και ένας δήμος που αναθέτει το ντοκιμαντέρ στο πλαίσιο της προβολής της αθηναϊκής Ριβιέρας.

Το πρώτο μισό της ταινίας είναι ίσως και το πιο απολαυστικά σατιρικό. Η σκηνοθέτιδα Λυδία Μπαγεώργου και η ομάδα της θυμίζουν κινηματογραφικούς ντετέκτιβ που έχουν ξεφύγει από κάποιο παράλληλο σύμπαν. Καθώς περιφέρονται στον Άλιμο συλλέγοντας στοιχεία, η ταινία βρίσκει αφορμή να σαρκάσει σχεδόν τα πάντα: την τοπική αυτοδιοίκηση, τα δίκτυα εξυπηρετήσεων, τη μανία της δημόσιας εικόνας, τους δημοσιογράφους που δηλώνουν αντικειμενικοί με ύφος ανθρώπου που περιμένει ήδη βραβείο δημοσιογραφίας και μια ολόκληρη κουλτούρα βιτρίνας που συχνά συγκαλύπτει οτιδήποτε άβολο.
Καθώς όμως η έρευνα προχωρά και οι πιθανοί ύποπτοι μπαίνουν στο προσκήνιο, η ταινία αλλάζει σταδιακά μορφή. Οι ιστορίες τους λειτουργούν σχεδόν σαν ξεχωριστά επεισόδια μέσα στο ίδιο έργο. Εκεί ο τόνος γίνεται πιο μελαγχολικός και πιο ανθρώπινος. Κάθε πρόσωπο κουβαλά μια προσωπική απώλεια. Κάθε διαδρομή έχει κάποιο τραύμα που αρνείται να επουλωθεί. Και ξαφνικά το φιλμ που μέχρι πριν λίγα λεπτά έμοιαζε με μια τρελή παρωδία true crime ντοκιμαντέρ αρχίζει να αποκαλύπτει μια απροσδόκητη συναισθηματική διάσταση. Πίσω από το χιούμορ, την ειρωνεία και την καλτ αισθητική υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον για τους χαρακτήρες. Ο Σκλάβος δεν τους αντιμετωπίζει σαν καρικατούρες. Δεν τους περιφρονεί ποτέ.
Η σκηνοθεσία ακολουθεί την ίδια λογική. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια παραγωγή περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων, αλλά η ταινία δεν προσπαθεί ούτε στιγμή να κρύψει την καταγωγή της. Αντίθετα, χτίζει ολόκληρη την προσωπικότητά της πάνω σε αυτήν. Η τραχιά αισθητική, οι DIY λύσεις, τα αυτοσχέδια εφέ και η γενικότερη αίσθηση δημιουργικής ασυδοσίας μετατρέπονται σε μέρος της γοητείας της. Σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος του ελληνικού κινηματογράφου επιδιώκει να μοιάσει σε κάτι άλλο — πιο διεθνές, πιο σοβαρό, πιο φεστιβαλικό — η ταινία του Σκλάβου μοιάζει να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τέτοιου είδους φιλοδοξίες.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στα όρια του ψευδόντοκιμαντέρ –είναι αλήθεια ότι για αρκετή ώρα πιστεύεις ότι πρόκειται για μια αληθινή ιστορία που απλά δεν έμαθες ποτέ από τις ειδήσεις– και μιας ταινίας που θέλει καταφανώς να καυτηριάσει τις ελληνικές παθογένειες (μεταξύ των οποίων και το ελάχιστα κινηματογραφημένο θέμα της τρίτης ηλικίας), το φιλμ ισορροπεί ανάμεσα σε ένα κινηματογραφικό ανέκδοτο και μια ιστορία με ταλέντο και αυθάδεια.
Φυσικά δεν λείπουν τα προβλήματα. Το σενάριο είναι τόσο γεμάτο ιδέες που ορισμένες φορές μοιάζει να τρέχει προς πέντε διαφορετικές κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Υπάρχουν σκηνές που θα μπορούσαν να είναι πιο σφιχτές, αστεία που επανέρχονται λίγο περισσότερο από όσο χρειάζεται και αφηγηματικές παρεκβάσεις που δεν οδηγούν πάντα κάπου ουσιαστικά. Όμως ακόμα και αυτές οι αδυναμίες μοιάζουν παράξενα συμβατές με το συνολικό πνεύμα του έργου. Η «Μεγάλη Σφαγή των Β' ΚΑΠΗ Αλίμου» είναι μια ταινία που λειτουργεί περισσότερο με ένστικτο παρά με μαθηματική ακρίβεια. Και διαθέτει κάτι όλο και πιο σπάνιο στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά: αίσθηση παιχνιδιού. Ο Σκλάβος αντιμετωπίζει τα κινηματογραφικά είδη σαν ένα κουτί με παιχνίδια που μπορεί να ανοίξει και να ανακατέψει όπως θέλει. Ψευδοντοκιμαντέρ, μαύρη κωμωδία, κοινωνική σάτιρα, καλτ exploitation, queer σινεμά, μυστήριο και μελόδραμα συνυπάρχουν χωρίς να ζητούν άδεια το ένα από το άλλο.
Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα ισορροπημένο. Είναι όμως σχεδόν πάντα ζωντανό και δεν φοβάται να εκτεθεί, να τσαλακωθεί ή να γίνει πραγματικά παράξενο.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων