Σύνοψη: 2004. Η ορφανή 18χρονη Μαρίνα ταξιδεύει στο παραθαλάσσιο Βίγο της Γαλικίας, ψάχνοντας την άγνωστη οικογένεια του νεκρού πατέρα της με αφορμή την έκδοση ενός πιστοποιητικού για μία υποτροφία, που να αποδεικνύει τη σχέση της μαζί του.
Στο καλοκαιρινό αυτό ταξίδι ζωής και αυτογνωσίας, οπλισμένη με μια ψηφιακή κάμερα, ανασύρει στοιχειωμένες μνήμες για τους ερωτευμένους και παθιασμένους νεαρούς γονείς της και αναζητά απαντήσεις για την αινιγματική ζωή τους μεσα από ένα παλιό ημερολόγιο της μαμάς της και σκόρπιες, αντικρουόμενες πληροφορίες που την μπερδεύουν.
Άποψη: Η Carla Simón επιστρέφει στον θάλαμο των παρελθοντικών της βιωμάτων μετά το “Ένα Αξέχαστο Καλοκαίρι”, μόνο που αυτήν τη φορά η αποστολή είναι δυσκολότερη από πολλές απόψεις, καθώς απομακρύνεται από τη φευγαλέα αίσθηση των παιδικών χρόνων για να επισκεφθεί το πιο ταραγμένο τοπίο της ύστερης εφηβείας, εκεί που οι βεβαιότητες γκρεμίζονται και μπαίνουν νέα θεμέλια, για τη στερεότητα των οποίων δεν μπορεί να εγγυηθεί κανείς.

Η γνησιότητα της ανασύστασης του πραγματικού αναδεικνύεται από μια σειρά σημαντικών λεπτομερειών:
Από το χυδαίο τραγούδι στο οποίο επιδίδονται με ζωηράδα τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας της πρωταγωνίστριας (που με τη σύνθεσή της μοιάζει με ένα ασταμάτητο πεδίο μάχης ανάμεσα σε παραδοσιοκρατία και νεωτερικότητα, όπου σαν να μην είναι η τελική νίκη ο στόχος, αλλά η συντήρηση της σύγκρουσης) μέχρι το πληγωμένο βλέμμα της ίδιας κάθε φορά που μαθαίνει μια, άγνωστη μέχρι τότε σε εκείνη, επώδυνη αλήθεια για τους εκλιπόντες γονείς της, οι οποίοι ένιωσαν με όλο τους το είναι την ελευθερία της εποχής της Μοβίδα Μαδριλένα.
Με τίμημα το να μην μπορέσουν τελικά να τη διαχειριστούν μέσα σ’ ένα λειτουργικό μοντέλο ή να τη χρησιμοποιήσουν ως μεταβατικό στάδιο για να κατασταλάξουν ως άνθρωποι στη συνέχεια.
Μέσα από μια σειρά συμπεριφορών και πράξεων φαίνεται και ο αμφίπλευρος, ιδιαίτερα ζόρικος αγώνας της νεαρής Marina (ταιριαστά ανεπιτήδευτη η ερμηνεία της ανερχόμενης Llúcia Garcia), να μην ακολουθήσει την ίδια αυτοκαταστροφική πορεία στη ζωή της με τη μαμά και τον μπαμπά που δεν είναι πια εδώ, αλλά και να διατηρήσει όσο γίνεται μέσα της μια θετική εικόνα και για τους δύο, παρά τις μαρτυρίες τρίτων.
Κάπου στο τελευταίο μισάωρο γίνεται κι ένα άλμα προς την υπέρβαση, με μια σεκάνς ονειρικού χαρακτήρα όπου η κόρη γίνεται η μητέρα και η αφήγηση εμπειρία, με μια εικονογραφία που, καθόλου τυχαία, λόγω θεματολογίας, παραπέμπει στο καλτ “Πορεία Προς το Λευκό Θάνατο” του Barbet Schroeder.

Ενίοτε η αισθητικοποίηση μιας δυσάρεστης συνθήκης ξενίζει, και είναι σαν να κοντράρει διαλυτικά τον πυρήνα του δράματος, όμως όλα “δένουν” προς το φινάλε. Και μόνο η τελική εικόνα όπου τα πολλαπλά κινηματογραφικά βλέμματα συναντιούνται δηλώνει τρανταχτά πως η Simón κατανοεί βαθιά το μέσο που υπηρετεί.
Και μάλλον θα συνεχίσει να βελτιώνεται και στο μέλλον, ειδικά από τη στιγμή που είναι ξεκάθαρο πως έχει βρει τη δική της φωνή. Ο αντιπροσωπευτικός του ύφους της τρόπος με τον οποίο ο φακός της “φιλτράρει” την παιδική και νεανική ψυχοσύνθεση υπάρχει κι εδώ, αλλά εντοπίζονται και νέα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκαλεστούν και ως κομμάτια μιας πρώτης φάσης δημιουργικής ωριμότητας για την ίδια.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων