Ανάλυση: «Βαμπύρ». Χώρος και πρόσληψη
Στο MOVE IT εξετάζουμε ταινίες του πρόσφατου (ή όχι και τόσο) παρελθόντος, υπό ένα διαφορετικό οπτικό πρίσμα και αποκρυπτογραφούμε την εικονολογία του φιλμ. Ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Αραμπατζής, περνάει από το μικροσκόπιό του αυτή την φορά, την ταινία "Βαμπίρ" του Καρλ Ντράγερ.
ΣΧΕΤΙΚΑAνάλυση: «Η κόρη του Ρέμπραντ». Προσποίηση και ψευδαίσθηση
Στο «Βαμπύρ» (Vampyr, 1932) του Καρλ Ντράγιερ, ο χώρος δεν αποτελεί το σκηνικό μέσα στο οποίο εξελίσσεται μια ιστορία τρόμου. Είναι το βασικό υπόστρωμα της «ατμόσφαιρας» και ακόμη ενός παράγοντα πολύ σημαντικού για την αισθητική, δηλαδή του ύφους. Η ταινία οργανώνει τον χώρο ως ένα αδιευκρίνιστο και χαοτικό σύμπλεγμα περασμάτων, δωματίων, αυλών, σκιών και ομιχλωδών τοπίων, όπου η διάκριση ανάμεσα στο αντικειμενικό και το αντιληπτό γίνεται κάτι το συγκεχυμένο. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς τον ήρωα Άλαν Γκρέι να κινείται μέσα στον χώρο αλλά καλείται να συναισθανθεί τη σταδιακή εξουδετέρωση της αντικειμενικότητας αυτού που δίνεται ως πραγματικό.

Η διαχείριση του χώρου συνδέεται άμεσα με την ουσία της σκηνοθετικής τέχνης στον κινηματογράφο, δηλαδή με το ντεκουπάζ, τον τρόπο με τον οποίο η σκηνοθετική ματιά οργανώνει τον κόσμο σε έναν αισθητικό ύφος. Στο «Βαμπύρ», οι λήψεις δεν λειτουργούν αποκλειστικά για να παρακολουθήσουν τη δράση και να διασφαλίσουν τη συνέχεια της αφήγησης. Αντιθέτως, ο Ντράγιερ σκηνοθετεί αντίθετα προς τη συνήθη χωρική σαφήνεια. Η κάμερα στήνεται σε γωνίες που δεν εξηγούνται πλήρως, οι μορφές εμφανίζονται αναπάντεχα, οι σκιές αποκτούν ισόνομη παρουσία με τα σώματα και οι κινήσεις των προσώπων γεννούν την εντύπωση ότι ο χώρος έχει μια άλλη λογική από αυτό που παρατηρούμε συνήθως. Έτσι, το κάδρο του Ντράγιερ δεν καταδηλώνει τη δράση εντός ενός σκηνικού χώρου αλλά παράγει αυτόν τον τελευταίο ως εμπειρία αβεβαιότητας, δηλαδή ως διερώτηση επάνω στην ίδια τη φύση της οπτικής εμπειρίας στον κινηματογράφο. Η ταινία, μέχρι πρόσφατα, δεν θεωρούνταν από τις σημαντικές του Ντράγιερ αλλά, πλέον, μπορούμε να πούμε ότι αυτή προαναγγέλλει μια σημαντική ανέλιξη της κινηματογραφικής αισθητικής μέχρι το «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ» των Αλαίν Ρεναί και αργότερα.

Χαρακτηριστική είναι, εδώ, η σύμπτωση του χώρου με το θέμα, αντίστοιχη μιας πραγματικά καλλιτεχνικής ματιάς: η χρήση μιας αιθέριας αίσθησης στην απεικόνιση με την τοποθέτηση μιας γάζας μπροστά στον φακό κάνει ώστε οι χώροι να μοιάζουν ότι έχουν χάσει το υλικό τους βάρος και αποκτούν μια ονειρική, σχεδόν άυλη διάσταση. Χάρη και στο επεξεργασμένο ντεκουπάζ, το βλέμμα του θεατή δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί σε αυτό που ήδη είχε σχηματισθεί ως το τυπικό βλέμμα του εμπορικού-αφηγηματικού κινηματογράφου. Η θολότητα, το ημιδιαφανές της εικόνας, η ταλαντευόμενη αίσθηση του χώρου δεν είναι στοιχεία μιας εστέτ ακρότητας, αλλά σκηνοθετικοί μηχανισμοί που μεταβάλλουν την πρόσληψη όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από το πολιτιστικό συνήθες. Ο χώρος γίνεται υπερφυσικός, όχι επειδή περιέχει κάτι που ανήκει στο είδος του τρόμου αλλά επειδή αρνείται να συντονισθεί ολοκληρωτικά με το εν λόγω είδος.
Η οπτική γωνία του ήρωα γίνεται συνεχώς αδύνατη ή παράδοξη: ο θεατής ταυτίζεται με ένα βλέμμα που έχει να κάνει με μια προβληματική οπτική πλευρά των πραγμάτων αλλά, ωστόσο, δεν παύει να παρατηρεί. Οι χώροι παράγουν μια εμπειρία εγκλεισμού που δεν είναι μόνο ειδητικά αφηγηματική αλλά είναι σωματική και συναισθητική. Ο φακός δεν μας πληροφορεί απλώς ότι οι χαρακτήρες απειλούνται αλλά μας τοποθετεί με ενσυναίσθηση σε έναν κόσμο όπου ο ορίζοντας του βλέμματος έχει μεταβληθεί.

Αυτή ακριβώς η συγκρότηση του χώρου αποκαλύπτει κάτι ουσιώδες για την κινηματογραφική τέχνη, ότι αυτή δεν συνίσταται σε μια απλή καταδήλωση δράσεων. Στο «Βαμπύρ», ο Ντράγιερ δεν προσφέρει στον θεατή μια ιστορία τρόμου αλλά τον οδηγεί να αισθανθεί τον χώρο ως κάτι που επιτελείται, που παράγεται και που επηρεάζει το σώμα και τη συνείδησή του. Η ταινία καταδεικνύει με ύψιστη οξύνοια ότι ο χώρος στον κινηματογράφο δεν είναι ένα σκηνικό αλλά η ίδια η πράξη της πρόσληψης του κόσμου. Μέσα από το χώρο, το βλέμμα παύει να είναι συγκροτημένο με τετελεσμένο τρόπο αλλά μετατρέπεται ξανά σε κινηματογραφική και, άρα, πρωταρχική αισθητική εμπειρία.
Γιώργος Αραμπατζής
Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι Καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ΣΕΠ (ΕΑΠ). Ασχολείται με την εικονολογία και έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον κινηματογράφο.













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων