Aνάλυση: Ο έρωτας, το Facebook και ο κινηματογράφος

Aνάλυση: Ο έρωτας, το Facebook και ο κινηματογράφος
Δημοσίευση: 9 Ιουνίου 2020, 13:53

Στο MOVE IT εξετάζουμε ταινίες του πρόσφατου (ή όχι και τόσο) παρελθόντος, υπό ένα διαφορετικό οπτικό πρίσμα και αποκρυπτογραφούμε την εικονολογία του φιλμ.  Ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Αραμπατζής, περνάει από το μικροσκόπιό του αυτή την φορά την θεματοποίηση της ψηφιακής επικοινωνίας στον κινηματογράφο.

ΣΧΕΤΙΚΑΑνάλυση: Πατέρας και γιος στην Λάμψη του Κιούμπρικ

Το διαδίκτυο και η ψηφιακή μαζική επικοινωνία έχουν συχνά θεματοποιηθεί στον αφηγηματικό, δραματικό κινηματογράφο (όχι αρκετά συχνά, όμως), χωρίς αυτό να σημαίνει μια περαιτέρω όξυνση των κριτικών δυνάμεών μας απέναντι στο ψηφιακό περιβάλλον που, γενικά, θεωρείται, απλά, μια επέκταση των εν γένει προσληπτικών ικανοτήτων μας. Η τρομερή φράση του Marshall McLuhan “Media is the Message”, «Τα Media είναι το Μήνυμα», δυστυχώς απέχει πολύ από το να αποτελεί μέρος της κοινής συνείδησης και ένα τεράστιο τμήμα της περιρρέουσας πραγματικότητας – το μηντιακό τμήμα – έχει γίνει βίωμα χωρίς, ωστόσο, να είναι πλήρως συνειδητό.

Η ψηφιακή επικοινωνία και, ιδίως, το facebook θεματοποιούνται δραματικά στην γαλλική ταινία του Safy Nebbou, “Ποια νομίζεις ότι είμαι;” (πρωτότυπος τίτλος: “Celle que vous croyez”, 2019). Η ταινία αφηγείται την ιστορία της Κλαιρ, καθηγήτριας λογοτεχνίας, χωρισμένης – ο άνδρας της την εγκατέλειψε για μια νεώτερή της γυναίκα -, που μοιράζεται την επιμέλεια των δυο, συχνά ψυχικά απομακρυσμένων, νεαρών γιών της  με τον πρώην σύζυγό της (πολύ καλή ερμηνεία της Ζυλιέτ Μπινός). Έχει μια καθαρά σωματική σχέση με ένα νεώτερό της άνδρα αλλά η ζωή της χαρακτηρίζεται από συναισθηματική στέρηση. Γνωρίζεται με ένα νεαρό φίλο του εραστή της, τον Άλεξ, για τον οποίο αναπτύσσει μια ερωτική εμμονή. Για να τον γνωρίσει δημιουργεί μια σελίδα στο facebook με ψευδωνυμία και τον κάνει «φίλο». Για να τον παραπλανήσει ότι είναι συνομήλική του, ανεβάζει φωτογραφίες και βίντεο μιας όμορφης, νεαρής κοπέλας – ανιψιάς της στην πραγματικότητα – και δεν δέχεται να επικοινωνήσει αλλιώς μαζί του παρά μόνο τηλεφωνικά. Στις επανειλημμένες προσκλήσεις του για συνάντηση, αυτή φοβάται την απογοήτευσή του και απαντά αρνητικά. Η κατάσταση οδηγείται, όπως είναι αναμενόμενο, στο αδιέξοδο και το δράμα.

Η ταινία, που θα μπορούσε να είναι ένας στοχασμός πάνω στην ψηφιακή επικοινωνία, τα αισθήματα και το facebook, γρήγορα ολισθαίνει προς το μελόδραμα. Όπως κάθε μελόδραμα έχει και αυτό έναν κακό και ένα “βοηθό” του ήρωα (εδώ της ηρωίδας). Ο κακός είναι η συνηθισμένη, εύκολη λύση στα προβλήματα της δραματουργίας. Ο “βοηθός” στην παρούσα ταινία είναι μια ψυχαναλύτρια στην οποία καταφεύγει η Κλαιρ όταν καταρρέει ψυχικά από το αδιέξοδο. Η ψυχαναλύτρια, προκειμένου να την βοηθήσει, συμμετέχει στην δράση, εκφεύγει δηλαδή των τυπικών καθηκόντων της αποστολής της, κάτι που δεν είναι συνηθισμένο και, ίσως, δεν είναι ευκταίο, εφόσον δεν βοηθάει διόλου την Κλαιρ να αντιληφθεί το υπολανθάνον κείμενο της ζωής της: με το ψεύτικο προφίλ της στο facebook, η Κλαιρ επανα-σκηνοθετεί την ζωή της. Μοιάζει να συμμερίζεται την κοσμοθεωρία του πρώην συζύγου της και τοποθετεί την νέα γυναίκα στο κέντρο των αξιακών της κρίσεων, μόνο που η πλασματική νέα γυναίκα, εδώ, ως alter ego της, κατασκευάζεται με σκοπό να θέσει μια νέα ισορροπία στις σχέσεις των δυο φύλων.

Η άποψη του σκηνοθέτη για την ψυχανάλυση, ως μια σχέση μεταξύ γνώσης και εξουσίας (έστω της εξουσίας να κάνεις το καλό) είναι άκρως διαφωτιστική. Η μη συνειδητή σκηνο-θεσία της ζωής της από την Κλαιρ, μέσω του facebook, βρίσκει το αντίστοιχό της στην χρησιμοθηρική άποψη του σκηνοθέτη για την ψυχανάλυση και την γνώση γενικά. Όπως η ιδέα του για την ψυχανάλυση είναι χονδρική και στοχευμένη, έτσι και η ανάλυσή του για το facebook είναι δραματική και μόνο. Ότι ο δικτυακός τόπος εξ ορισμού προσθέτει στην κοινωνική ατομικοποίηση (atomisation) δεν μπαίνει ούτε στιγμή στο στόχαστρο του σκηνοθετικού βλέμματός του. Δεν μπορεί να μη θυμηθεί κανείς την ρήση του Μικελάντζελο Αντονιόνι που επανέλαβε ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του. Η φράση του Αντονιόνι λέει, περίπου, ότι ακόμη και να μην γνωρίζει κανείς καλά την κινηματογραφική τέχνη μπορεί να σκηνοθετεί, αρκεί να έχει κάτι να πει. Αυτό το «αρκεί να έχει κάτι να πει», ωστόσο, πρέπει να το αντιληφθούμε όχι ως μέρος μιας ιδεολογίας της έκφρασης (το εσωτερικό να γίνει εξωτερικό) αλλά ως οργανικό τμήμα των κριτικών δυνατοτήτων του Λόγου. Η σκηνοθεσία δεν είναι μια έκφραση αλλά ένα συγκροτημένο βλέμμα πάνω στον κόσμο που ενσωματώνει μια αναλυτική κατεύθυνση. Η κατεύθυνση αυτή δεν μπορεί να μην εκκινεί από μια λίγο-πολύ συγκεκριμένη ιδέα των σχέσεων κινηματογράφου και ψυχής.

Γιώργος Αραμπατζής

 Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολείται με την εικονολογία και έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον κινηματογράφο.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ