Σύνοψη: Δύο συνάδελφοι επιβιώνουν μετά από ένα αεροπορικό δυστύχημα και καταλήγουν αποκλεισμένοι σε ένα ερημονήσι. Εκεί πρέπει να ξεπεράσουν τις διαφορές τους και να συνεργαστούν για να επιβιώσουν. Αυτό που θα ακολουθήσει είναι μία σκοτεινή, χιουμοριστική, αγωνιώδης μάχη με μόνα όπλα την αποφασιστικότητα και την εξυπνάδα.
Άποψη: Το “Send Help” βρίσκει τον Σαμ Ράιμι σε φόρμα, παραδίδοντας μια survival horror-comedy που ξέρει πότε να γελά, πότε να σπρώχνει τα όρια και πότε να αφήνει τους ηθοποιούς του να κάνουν τη βρώμικη δουλειά. Με μια Ρέιτσελ ΜακΆνταμς σε ρόλο-δώρο και έναν Ντίλαν Ο’Μπράιεν πρόθυμο να εξευτελιστεί, η ταινία μετατρέπει το εταιρικό άγχος σε κινηματογραφικό σπορ.
Αν κάποιος αναρωτιόταν αν ο Σαμ Ράιμι είχε ακόμα μέσα του μια καθαρόαιμη, σωματική, κακομαθημένη horror-comedy, το “Send Help” έρχεται ως ξεκάθαρη απάντηση. Ναι, και μάλιστα με όρεξη. Η νέα του ταινία είναι μια διπρόσωπη απόλαυση: από τη μία, μια κλειστοφοβική ιστορία επιβίωσης σε τροπικό νησί· από την άλλη, μια σαδιστικά αστεία αλληγορία για το τι συμβαίνει όταν τα power dynamics του γραφείου καταρρέουν χωρίς HR.

Η υπόθεση είναι απλή: η Λίντα Λίντλ (Ρέιτσελ ΜακΆνταμς), μια χρόνια υποτιμημένη υπάλληλος και το νέο της αφεντικό Μπράντλεϊ Πρέστον (Ντίλαν Ο’Μπράιεν), ένας passive-aggressive μικροτύραννος, επιζούν από αεροπορικό δυστύχημα στον Κόλπο της Ταϊλάνδης. Είναι μόνοι τους. Και ξαφνικά, τα πράγματα αλλάζουν. Η Λίντα αποδεικνύεται ικανή, οργανωτική και σχεδόν ενθουσιωδώς προετοιμασμένη — χάρη σε χρόνια αφοσιωμένη φαν του “Survivor”. Ο Μπράντλεϊ, αντίθετα, καταρρέει θεαματικά. Δεν μπορεί να φάει, δεν αντέχει τον ήλιο, δεν μπορεί να περπατήσει σωστά. Και το φιλμ απολαμβάνει κάθε δευτερόλεπτο αυτής της κατάρρευσης.
Η ΜακΆνταμς κουβαλά την ταινία με μια ερμηνεία που ισορροπεί ανάμεσα στη γοητεία και τη συγκρατημένη εκδικητικότητα. Ακόμα και όταν η Λίντα είναι κουρελιασμένη, πεινασμένη ή γεμάτη άμμο, παραμένει κινηματογραφικά φωτεινή — και το “Send Help” ξέρει πολύ καλά τι κάνει με αυτό. Ο Ο’Μπράιεν, προς τιμήν του, δεν παίζει τον Μπράντλεϊ ως καρικατούρα. Τον κρατά ενοχλητικά ρεαλιστικό: τεμπέλης, χειριστικός, πεπεισμένος ότι είναι συμπαθής επειδή κανείς δεν μπορεί να του πει «όχι». Το σενάριο τον τιμωρεί σωματικά, αλλά ποτέ χωρίς λόγο.
Οπτικά, το φιλμ είναι πιο γυαλισμένο απ’ όσο θα περίμεναν οι φανατικοί του παλιού splatter Ράιμι, αλλά αυτό μάλλον λειτουργεί υπέρ του. Τα ψηφιακά πλάσματα είναι χαζοχαρούμενα, όχι τρομακτικά, και εντάσσονται σε έναν κόσμο που ξέρει ότι παίζει. Υπάρχουν σκηνές σωματικής αηδίας —συμπεριλαμβανομένου ενός εξαιρετικού gag εμετού— που θυμίζουν “Drag Me to Hell” στις καλές του στιγμές.

Το μεγαλύτερο ατού του “Send Help” είναι ο ρυθμός του. Δεν πλατειάζει, δεν κηρύττει, είναι μια εργασιακή σάτιρα με δόντια, που ξέρει πότε να σταματήσει. Το φινάλε προσφέρει ένα punchline που λειτουργεί είτε το περιμένεις είτε όχι, και αφήνει μια αίσθηση καθαρής κινηματογραφικής χαράς.
Μπορεί να υπάρχουν μικρές σεναριακές ευκολίες και μια αισθητική που μερικές φορές μαλακώνει τον πόνο, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Το “Send Help” είναι ένα στούντιο φιλμ με προσωπικότητα, χιούμορ και αυτοπεποίθηση. Και κυρίως, μια υπενθύμιση ότι ο Σαμ Ράιμι ξέρει ακόμα πώς να διασκεδάζει το κοινό — και να το κάνει να νιώθει λίγο ένοχο που το απολαμβάνει τόσο πολύ.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων