Ο Hank Thompson (Austin Butler) ήταν φαινόμενο του μπέιζμπολ στο λύκειο. Παρότι πλέον δεν μπορεί να παίξει, όλα τα υπόλοιπα στη ζωή του πάνε καλά. Έχει ένα υπέροχο κορίτσι (Zoë Kravitz), είναι σερβιτόρος σε ένα παλιομοδίτικο μπαρ σε της Νέας Υόρκης, και η αγαπημένη του ομάδα κάνει μια προσπάθεια για το πρωτάθλημα ως αουτσάιντερ.
Όταν ο punk-rock γείτονάς του Russ (Matt Smith) τού ζητάει να φροντίσει τη γάτα του για λίγες μέρες, ο Hank βρίσκεται ξαφνικά στη μέση μιας ετερόκλητης συμμορίας απειλητικών γκάνγκστερ. Όλοι τον κυνηγούν. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει ιδέα γιατί. Καθώς ο Hank προσπαθεί να τους ξεφύγει, πρέπει να χρησιμοποιήσει όλο του το τσαγανό για να μείνει ζωντανός και να μάθει...

Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω τι βρήκε ο Ντάρεν Αρονόφσκι και του κέντρισε το ενδιαφέρον στο ομώνυμο βιβλίο του Τσάρλι Χούστον και αποφάσισε να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη.
Διότι ακόμη και να ένιωσε την εσωτερική ανάγκη να σκηνοθετήσει κάτι πιο ανάλαφρο κάνοντας ένα διάλειμμα από τα συγκλονιστικά μελοδράματα, τις αλληγορίεςς, τους συμβολισμούς (στα οποία βέβαια ευχόμαστε να επανέλθει το συντομότερο δυνατό). πραγματικά απορώ γιατί επιχείρησε να το κάνει με ένα σενάριο (βασισμένο φαντάζομαι και σε αντίστοιχης ποιότητας βιβλίο) γεμάτο με όλων των ειδών τα κλισέ μια pulp, ψευτονουάρ μπιμουβιάς, με συνεχόμενες αναποδιές και στραβά για τον ήρωα, γραφικούς χαρακτήρες κακών, κυνηγητά, ξύλο και αρκετό (στις περισσότερες περιπτώσεις) αδέξιο χιούμορ.
Ειδικά αυτό το τελευταίο θα έπρεπε να το προσέξει πολύ περισσότερο ο Αρονόφσκι, διότι υπονομεύει ολόκληρη την ταινία, σε βαθμό που δεν μπορείς να απεμπλακείς από το συχνό μειδίαμα που νιώθεις (ελάχιστες φορές γελάς πραγματικά)/
Και ο μπορεί ο Μπάτλερ να είναι πραγματικά χαρισματικός και να λάμπει υποστηρίζοντας ιδανικά το δίπολο χαβαλέ/εφιάλτη (που βιώνει), όλοι οι υπόλοιποι όμως (με μικρή και ανεπαρκής εξαίρεση των δίδυμο των Εβραίων δολοφόνων που Λιβ Σράιμπερ και Βίνσεντ Ντ'Ονόφριο με την φυσικότητα και την κλάση τους δεν οδηγούν τους ρόλους τους στην καρικατούρα) ακουμπούν στο τραγελαφικό. Α, και ο γάτος είναι πραγματικά εξαιρετικός στα close ups...

Φυσικά και ο Αρονόφσκι αποδεικνύει ξανά την κλάση του, ως αφηγητής και βεβαίως ως κινηματογραφιστής. Η ταινία διαθέτει άφθονη δράση, με συνεχείς αναλλαγές, λείπει όμως η πιο σκοτεινή εκδοχή/οπτική ου θα περίμενες: τις στιγμές εκείνες που σου θυμίζει τον εφιαλτικό Αρονό που ήξερες, αμέσως υπάρχει ένα αίσθημα κόμικ relief στην προσέγγιση που δεν σε αφήνει να ενταχθείς πλήρως στο κλίμα και να ταυτιστείς. Για να το γράψω πιο απλά, δεν θα έπρεπε να "διασκεδάζεις" τόσο στο τελευταίο μέρος της ταινίας.
Προφανώς έτσι το επέλεξε ο ίδιος, είπαμε, επιδιώκει προφανώς ένα ας το πούμε πιο φωτεινό διάλειμμα. Και σίγουρα έχει κερδίσει το δικαίωμα να απομυθοποιήσει όποτε εκείνος το θελήσει τα προσωπικά του κινηματογραφικά γνωρίσματα.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων