European Media

Έφυγε η Μάρω Κοντού. Με την αύρα μιας αιώνιας αρχόντισσας

Δημοσίευση: 15 Ιουλίου 2026, 11:22
Συντάκτης:

Η είδηση της απώλειας της Μάρως Κοντού, σε ηλικία 92 ετών, προκαλεί έναν κραδασμό που υπερβαίνει τα όρια της καλλιτεχνικής είδησης. Η σπουδαία και βαθιά αγαπημένη πρωταγωνίστρια, που το τελευταίο διάστημα έδινε τη δική της αθόρυβη, γενναία μάχη με σοβαρά προβλήματα υγείας, νοσηλευόμενη στον «Άγιο Σάββα», διέγραψε μια γεμάτη αγάπη και σεβασμό πορεία στον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο.

Με τη φυγή της, κλείνει οριστικά το τελευταίο ίσως κεφάλαιο μιας εποχής όπου ο κινηματογράφος και το θέατρο δεν ήταν απλώς βιομηχανία ψυχαγωγίας, αλλά η συλλογική γλώσσα ενός ολόκληρου λαού. «Την έζησα τη ζωή μου, τη χόρτασα», είχε εξομολογηθεί σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις, και αυτές οι λέξεις αποτελούν τον ιδανικό επίλογο για μια διαδρομή που εκτείνεται σε περισσότερες από επτά δεκαετίες αδιάκοπης παρουσίας, δημιουργίας και μιας αδιαπραγμάτευτης αξιοπρέπειας.

Από το Κουκάκι των παιδικών της χρόνων, σε μια Αθήνα που έσφυζε από άλλους ρυθμούς, μέχρι την κορυφή της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, η Μάρω Κοντού δεν «υποκρίθηκε» ποτέ ότι ήταν σταρ. Ήταν σταρ εξ ορισμού, γιατί διέθετε αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν je ne sais quoi – εκείνη την αδιόρατη ποιότητα που διακρίνει το είδωλο από τον αληθινό καλλιτέχνη. Μαζί με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τον Δημήτρη Χορν, σχημάτισε στιγμές ανεπανάληπτες, όχι μόνο λόγω των ρόλων, αλλά λόγω της χημείας τους. Ήταν μια γυναίκα που μεγάλωσε μαζί με την Ελλάδα, που έμαθε να μετατρέπει τον χρόνο σε σοφία και τη φθορά σε αρχοντιά. Μια γυναίκα που εξισορροπούσε το κάδρο, η αστική αρχοντιά που έδινε το μέτρο της ευγένειας σε κάθε σκηνή.

Η Μαριάνθη Κοντού —το πραγματικό της όνομα, που κουβαλούσε την αντήχηση μιας άλλης εποχής— δεν ξεκίνησε με τη φιλοδοξία του θεάτρου. Η πρώτη της μεγάλη αγάπη ήταν ο χορός. Σπούδασε στην Κρατική Σχολή Χορού και εξασφάλισε υποτροφία στη Γερμανία. Η είσοδός της στο Εθνικό Θέατρο και η συμμετοχή της στον χορό της Αρχαίας Τραγωδίας αποτέλεσαν το «βάπτισμα του πυρός». Η απόφασή της να αφοσιωθεί στην υποκριτική δεν ήταν μια εύκολη επιλογή, καθώς οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής, εκφρασμένες μέσα από την αυστηρή στάση της γιαγιάς της, έβλεπαν στο επάγγελμα της ηθοποιού κάτι το απαξιωτικό. 

Η δεκαετία του ’60 υπήρξε το δικό της «πεδίο δόξης». Με περισσότερες από εξήντα κινηματογραφικές ταινίες και περίπου ενενήντα θεατρικά έργα, η Μάρω Κοντού άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα. Οι ερμηνείες της σε κλασικά φιλμ, όπως «Τα Κίτρινα Γάντια», «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» και «Αλλοίμονο στους Νέους», πέρασαν από γενιά σε γενιά. Το ντουέτο της με τον Κωνσταντάρα παραμένει, ίσως, το πιο αγαπημένο δίδυμο της ιστορίας μας, καθώς κατάφεραν να ενσαρκώσουν το αστικό ζευγάρι της εποχής με έναν τρόπο που δεν ήταν ποτέ καρικατούρα, αλλά αληθινή ανθρωπογεωγραφία.

Πέρα από τη σκηνή και τον φακό, η Κοντού επέδειξε μια σπάνια ψυχική αντοχή. Δεν εγκλωβίστηκε ποτέ στην εικόνα της «ντίβας». Όσοι συνεργάστηκαν μαζί της, μιλούσαν πάντα για έναν άνθρωπο εργατικό, πειθαρχημένο, που δεν είχε την ανάγκη να επιβάλει την παρουσία της, καθώς η αύρα της ήταν αρκετή. Ακόμα και η ενασχόλησή της με τη ζωγραφική και η συμμετοχή της στα κοινά —τόσο ως δημοτική σύμβουλος όσο και ως βουλευτής— ανέδειξαν έναν άνθρωπο που δεν θεωρούσε τον εαυτό της μόνο «ηθοποιό», αλλά ενεργό πολίτη. Για τη Μάρω Κοντού, η πολιτική ήταν μια διαφορετική μορφή συμμετοχής στην κοινωνία, μια ακόμα ευθύνη που αναλάμβανε με το ίδιο ήθος που αναλάμβανε και τους ρόλους της.

Το πιο συγκινητικό στοιχείο στην πορεία της ήταν ο τρόπος με τον οποίο συμφιλιώθηκε με τον χρόνο. Σε μια εποχή που η βιομηχανία του θεάματος ορίζει ως «καταστροφή» την εμφάνιση της πρώτης ρυτίδας, εκείνη έγινε το σύμβολο της αποδοχής. Μεγάλωσε μπροστά στα μάτια μας, δεν προσπάθησε να «παγώσει» την εικόνα της και, έτσι, έγινε σημείο αναφοράς. Η πραγματική της λάμψη δεν πήγαζε από τη νεότητα, αλλά από την καθαρότητα των επιλογών της. «Δεν θέλω σύντροφο, είμαι καλύτερα μόνη μου», δήλωνε, υπογραμμίζοντας μια αυτάρκεια που σε πολλούς φάνταζε ξένη, αλλά για εκείνη ήταν η απόλυτη ελευθερία.

Όταν ρωτήθηκε για το τέλος, η απάντησή της ήταν χαρακτηριστική της προσωπικότητάς της: «Θέλω να πεθάνω στον ύπνο μου ή πάνω σε έναν χορό». Ήταν μια δήλωση που περιέκλειε την επιθυμία της να φύγει όπως ακριβώς έζησε: με κίνηση, με χάρη, χωρίς να επιβαρύνει κανέναν με το βάρος της δικής της φθοράς. 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο
Feelgood
23354
Tanweer
18248
Feelgood
13091
Spentzos
10593
Film Group
6681
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ (POWER BALLAD) , από την Spentzos Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ (POWER BALLAD), από την Spentzos