Η Αμελί, μια συνεσταλμένη, καλοπροαίρετη νεαρή σερβιτόρα, γυρίζει στους δρόμους της Μονμάρτης προσπαθώντας να βελτιώσει τις ζωές των ανθρώπων γύρω της, δίχως να συνειδητοποιεί ότι και η δική της ζωή χρειάζεται λίγη βελτίωση.
Το Amelie του Ζαν-Πιερ Ζενέ μετατρέπει την καλοσύνη σε κινηματογραφική πράξη, ένα φιλμ που τολμά να μιλήσει για την ευτυχία χωρίς ειρωνεία και για το θαύμα της καθημερινότητας χωρίς να φοβάται τη λέξη «ρομαντισμός». Ένα οπτικό μανιφέστο που αμφισβητεί την κυριαρχία του «ρεαλισμού» στο σύγχρονο σινεμά, προτείνοντας στη θέση του μια αρχιτεκτονική της ευτυχίας που ανάγει το καθημερινό στο επίπεδο του μεταφυσικού.
Κάθε μεγάλη ταινία δημιουργεί τον δικό της κόσμο. Όχι απλώς ένα σκηνικό, αλλά μια ολόκληρη αντίληψη για το πώς λειτουργεί η πραγματικότητα. Το Amelie είναι από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο κόσμος που γεννιέται στην οθόνη είναι τόσο ολοκληρωμένος, τόσο συνεκτικός αισθητικά και συναισθηματικά, ώστε ο θεατής παύει να τον αντιμετωπίζει ως κατασκευή. Παραδίδεται σε αυτόν.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, ο Ζενέ δημιουργεί ένα σύμπαν που μοιάζει να λειτουργεί σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Το Παρίσι του δεν έχει καμία σχέση με τον πραγματικό κόσμο της καθημερινότητας. Είναι πιο φωτεινό, πιο πολύχρωμο, πιο παιχνιδιάρικο. Ένα μέρος όπου οι συμπτώσεις μοιάζουν αναπόφευκτες και η τύχη λειτουργεί σαν κρυφός σεναριογράφος.
Και κάπου στο κέντρο αυτού του κόσμου βρίσκεται η Οντρέ Τοτού. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς άλλη ηθοποιό στον ρόλο της Αμελί. Η Τοτού διαθέτει εκείνο το σπάνιο κινηματογραφικό χάρισμα που δεν διδάσκεται. Εμφανίζεται στην οθόνη και αμέσως τραβά την προσοχή χωρίς να προσπαθεί. Το βλέμμα της, το χαμόγελό της, ο τρόπος που κινείται, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία ενός χαρακτήρα που παραμένει αξέχαστος. Κινείται σαν πλάσμα που ανήκει ταυτόχρονα στον πραγματικό κόσμο και σε κάποιον άλλο, πιο φωτεινό, πιο παιχνιδιάρικο χώρο.
Ο Ζενέ, γνωστός μέχρι τότε κυρίως για τις σκοτεινές και συχνά χαοτικές φαντασίες του, βρίσκει εδώ μια σπάνια ισορροπία. Η οπτική του φαντασία παραμένει αχαλίνωτη, αλλά αυτή τη φορά υπηρετεί την ιστορία αντί να την καταπίνει. Κάθε πλάνο μοιάζει σχεδιασμένο με εμμονική προσοχή στη λεπτομέρεια. Η φωτογραφία πλημμυρίζει την οθόνη με ζεστά χρώματα, ενώ η μουσική του Γιαν Τιερσέν κάνει σχεδόν αδύνατο να μη χαμογελάσεις έστω μία φορά κατά τη διάρκεια της προβολής.

Το Amelie παραμένει ανάλαφρο χωρίς να γίνεται επιφανειακό και συγκινητικό χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα. Υπάρχει μια παιδικότητα στο φιλμ, αλλά ποτέ δεν παιδιαρίζει. Υπάρχει αθωότητα, αλλά όχι αφέλεια. Και αυτό εξηγεί γιατί η ταινία άντεξε στον χρόνο πολύ καλύτερα από δεκάδες άλλες «feel-good» επιτυχίες της ίδιας περιόδου. Δεν ζητά από τον θεατή να αγνοήσει τα προβλήματα του κόσμου. Του προτείνει απλώς να θυμηθεί ότι η καλοσύνη εξακολουθεί να έχει σημασία.
Ο Ζενέ δημιουργεί ένα παραμύθι για ενήλικες που έχουν ξεχάσει πώς να παρατηρούν τα μικρά πράγματα – τη ρωγμή σε έναν τοίχο, το κουτί των παιδικών θησαυρών, το βλέμμα ενός αγνώστου. Το Amelie είναι μια υπενθύμιση ότι η ζωή μας είναι μια συλλογή από ασήμαντες λεπτομέρειες, οι οποίες αποκτούν νόημα μόνο όταν κάποιος τις κοιτάξει με αγάπη. Είναι ένα αριστουργηματικό επίτευγμα, ένα «κινηματογραφικό ζαχαροπλαστείο» που, παρά τον πλούτο της αισθητικής του, παραμένει βαθιά ανθρώπινο και πνευματικά γενναιόδωρο. Είναι μια ταινία που, όσο κι αν προσπαθήσουν οι «σοβαροφανείς» να την υποβαθμίσουν ως ανάλαφρη, θα παραμένει πάντα ένα φωτεινό ορόσημο στην ιστορία του μέσου, υπενθυμίζοντάς μας ότι η τέχνη του Ζαν-Πιερ Ζενέ είναι, πάνω απ' όλα, η τέχνη της ανακάλυψης του θαύματος εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Στη σημερινή εποχή του κυνισμού, των αντιηρώων και της μόνιμης ειρωνείας, το Amelie πιστεύει ειλικρινά στους ανθρώπους. Και το κάνει χωρίς ίχνος ντροπής.
Και λίγες ταινίες έχουν καταφέρει να κάνουν τόσους πολλούς ανθρώπους να βγουν από την αίθουσα με την ακατανίκητη ανάγκη να χαμογελάσουν.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων