Σέριφ Φράνσις: ¨Ο ρυθμός της ταινίας μου μοιάζει με τον παλμό της καρδιάς"
Η "Τελευταία κλήση" επικεντρώνεται σε μια υπόθεση ομηρίας, η οποία εξελίσσεται ζωντανά στον αέρα, αλλά συγχρόνως και στα γεγονότα που διαδραματίζονται γύρω από αυτήν. Βλέπουμε την κατάσταση που δημιουργείται στο τηλεοπτικό κανάλι, μέσα στο σπίτι όπου εκτυλίσσεται η ομηρία, αλλά και παρασκηνιακά με την αστυνομία κάτω από την πολυκατοικία και όσα συμβαίνουν ταυτόχρονα σε διαφορετικά σημεία. Ένας άνθρωπος κρατά όμηρο μια οικογένεια και επικοινωνεί ζωντανά με έναν τηλεοπτικό σταθμό για λόγους που θα αποκαλυφθούν στην πορεία της ταινίας. Πρόκειται για μυθοπλασία, εμπνευσμένη ωστόσο από διάφορα πραγματικά γεγονότα.
Προφανώς αναφέρεται (και) στην υπόθεση Σορίν Ματέι, μια από τις πιο πολύκρoτες υποθέσεις ομηρείας που απασχόλησε την ελληνική κοινή γνώμη το Σεπτέμβριο του 1998. Ο Ελληνορουμάνος δραπέτης Σορίν Ματέι εισέβαλε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας στην οδό Νιόβης στα Κάτω Πατήσια και κράτησε όμηρους τους τέσσερις ενοίκους με την απειλή χειροβομβίδας. Παράλληλα τηλεφώνησε στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ όπου σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση συνομιλούσε για τέσσερις περίπου ώρες με τον κεντρικό παρουσιαστή ειδήσεων του καναλιού, Νίκο Ευαγγελάτο. Τελικά το ίδιο βράδυ οι αστυνομικές δυνάμεις, εισέβαλαν στο διαμέρισμα, εκτιμώντας πως η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη. Δεν ήταν.

Ο σκηνοθέτης Σέριφ Φράνσις μιλά για την ταινία του:
"Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός να παρακολουθώ μαζί με όλη τη χώρα το πραγματικό γεγονός -που με ενέπνευσε να γράψω αυτό το σενάριο- ζωντανά στην τηλεόραση. Παρακολουθήσαμε συλλογικά μια συνταρακτική ιστορία που εξελισσόταν σε πραγματικό χρόνο, με τις λεπτομέρειές της να αναδύονται σταδιακά... μέχρι το τραγικό τέλος, το οποίο επίσης μεταδόθηκε ζωντανά. Την ίδια αίσθηση που είχαμε κι εμείς τότε, θέλω να μεταφέρω στο κοινό. Γι’ αυτό και η ιστορία της ταινίας ξεφεύγει αρκετά από τα πραγματικά περιστατικά,μιας και αυτό που πάντα αναρωτιόμαστε είναι «τι κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά». Αυτό έρχεται να προσθέσει η μυθοπλασία και να προσθέσει σε χαρακτήρες και καταστάσεις, δίνοντας μια νέα πρωτότυπη διάσταση.
Η ταινία ξεκινά με το τηλεφώνημα και όχι με κάποιο προηγούμενο γεγονός. Γιατί έτσι το ζήσαμε κι εμείς. Τα «πώς» και τα «γιατί» θα αποκαλυφθούν κατά τη διάρκεια της ταινίας. Η δράση ξετυλίγεται κυρίως σε δύο βασικούς χώρους: τον τηλεοπτικό σταθμό και το διαμέρισμα (εσωτερικά και εξωτερικά). Οι πρωταγωνιστές είναι παγιδευμένοι σε αυτούς τους δύο χώρους.Οι όμηροι και ο Νικολάι είναι παγιδευμένοι στο διαμέρισμα, ο Αντώνης στη θέση του παρουσιαστή, και ο ταξίαρχος Οικονόμου, ο επικεφαλής της αστυνομικής επιχείρησης, έξω από την πολυκατοικία όπου λαμβάνει χώρα η ομηρία.

Τα συναισθήματα των χαρακτήρων ξεκινούν με σχετική ηρεμία,αλλά καθώς συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος λιγοστεύει, η ένταση αυξάνεται. Ουσιαστικά, καθώς η ιστορία εξελίσσεται, περνούν από τα πέντε στάδια του πένθους χωρίς να το συνειδητοποιούν. Κάθε ατάκα, έκφραση ή κίνηση θα αντικατοπτρίζει το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες σε κάθε σκηνή. Οι ηθοποιοί είναι στο επίκεντρο καθώς η ταινία βασίζεται κυρίως στην υποκριτική τους. Θα μπορούσα να περιγράψω την ταινία ως ένα αστυνομικό θρίλερ το οποίο εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο και στο οποίο παρακολουθούμε τις ταυτόχρονες ιστορίες των πρωταγωνιστών που, αν και δε βρίσκονται ποτέ στο ίδιο δωμάτιο, προσπαθούν να επιτύχουν έναν κοινό στόχο.
Αυτή η προσέγγιση είναι που καθορίζει τον ρυθμό της ταινίας, ο οποίος μοιάζει με αυτόν του παλμού της καρδιάς... Καθώς ο χρόνος τελειώνει, οι καρδιακοί παλμοί επιταχύνονται μέχρι την έκρηξη της χειροβομβίδας οπότε και σταματάνε. Θα ήθελα να μεταφέρω αυτή την αίσθηση στο κοινό από την αρχή έως το τέλος της ταινίας. Στόχος μου είναι η ταινία αυτή να τραβήξει την προσοχή του θεατή από την αρχή, να μην τον αφήσει να πάρει ανάσα και ταυτόχρονα να τον κάνει να ανυπομονεί για το πώς θα εξελιχθεί η ιστορία, ακόμα κι αν γνωρίζει το πραγματικό γεγονός. Από την πρώτη κιόλας σκηνή, βουτάμε στην πλοκή και καθώς η ιστορία προχωρά, λαμβάνουμε πληροφορίες που εντείνουν την αγωνία ενώ όλο και περισσότερα πράγματα διακυβεύονται.

Το αρχικό σενάριο το ξεκίνησα πριν από επτά χρόνια, γράφοντας στον ελεύθερο χρόνο μου.Η περίοδος της πανδημίας ήταν καθοριστική. Όλες οι δουλειές είχαν σταματήσει καιουσιαστικά βρέθηκε ο χρόνος να προχωρήσω το κείμενο. Τότε είδα στο Facebook μιαανάρτηση της Tanweer Productions για το Pitching Forum και την ανοιχτή πρόσκληση γιασενάρια.Βρισκόμουν περίπου στο 40% του σεναρίου και μέσα σε έναν μήνα ολοκλήρωσα τουπόλοιπο. Το υπέβαλα κυριολεκτικά μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας.Επιλέχθηκα ανάμεσα σε είκοσι δημιουργούς για να παρουσιάσω το σχέδιο και η Tanweerέδειξεέντονο ενδιαφέρον. Σταδιακά, και καθώς ολοκλήρωνε άλλα projects, η ταινίαεντάχθηκε στον μελλοντικό προγραμματισμό της εταιρείας.Όταν ήρθε η στιγμή των τελικών συζητήσεων, ζήτησα να αναλάβω και τη σκηνοθεσία. Παρότιείχα γράψει το σενάριο, η βασική μου ταυτότητα είναι σκηνοθετική. Η πρόταση έγινε δεκτήκαι τους ευχαριστώ γι’ αυτό. Κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι της ταινίας".


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων