Θα το βρείτε: Netflix
Το “The Rip” είναι από εκείνες τις σπάνιες Netflix original ταινίες δράσης που μοιάζουν φτιαγμένες για μεγάλη οθόνη και όχι για background θέαση με το κινητό στο χέρι. Με τον Τζο Καρνάχαν στο τιμόνι και τους Ματ Ντέιμον και Μπεν Άφλεκ σε ρόλους κουρασμένων αλλά επικίνδυνων μπάτσων, το φιλμ προσφέρει σφιχτή ένταση, γερό καστ και μια δόση παλιομοδίτικου ανδρικού σινεμά που σχεδόν είχαμε ξεχάσει. Είναι μια ταινία για τη φθορά του σώματος και του βλέμματος, για την αδυναμία της ηθικής να παραμείνει καθαρή μέσα σε έναν κόσμο όπου η εξουσία έχει πάψει προ πολλού να προσποιείται ότι υπηρετεί κάτι ανώτερο από την ίδια της τη διατήρηση.
Ο Τζο Καρνάχαν επιστρέφει εδώ στο γνώριμο έδαφός του: σκληρά αστυνομικά, ηθικά γκρίζες ζώνες και χαρακτήρες που ιδρώνουν, αιμορραγούν και κάνουν κακές επιλογές. Το “The Rip” ανοίγει με τη δολοφονία της αστυνομικού Τζάκι από μασκοφόρους, βάζοντας από την πρώτη στιγμή το ερώτημα που θα διαπεράσει όλη την ταινία: ποιος είναι καθαρός και ποιος πουλημένος; Από εκεί και πέρα, ο Καρνάχαν στήνει μια σειρά από ανακρίσεις και συγκρούσεις που λειτουργούν τόσο ως αφήγηση όσο και ως παραπλάνηση. Τίποτα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνεται, και αυτό είναι μέρος της διασκέδασης.

Ο Ματ Ντέιμον, στον ρόλο του επικεφαλής της ομάδας Ντέιν Ντιμάρς, κάνει από τις πιο ώριμες ερμηνείες της καριέρας του. Δεν προσπαθεί να κρύψει την ηλικία του ούτε να παίξει τον αλάνθαστο ηγέτη. Αντίθετα, δείχνει έναν άνθρωπο φθαρμένο, επιφυλακτικό και διαρκώς ένα βήμα πριν από την παραίτηση. Ίσως για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά, επιτρέπει στην ηλικία του να εγγραφεί πάνω στον χαρακτήρα του: στη στάση του σώματος, στον ρυθμό της φωνής, στο βλέμμα που μοιάζει να έχει δει πάρα πολλά για να συνεχίσει να πιστεύει σε καθαρές λύσεις. Ο Μπεν Άφλεκ, ως Τζέι Ντι Μπερν, είναι πιο εκρηκτικός, πιο ωμός, το είδος του τύπου που θα ρίξει μπουνιά πριν κάνει ερώτηση. Η μεταξύ τους σχέση δεν είναι απλώς φιλία ή επαγγελματική συνεργασία, αλλά μια συνενοχή χρόνων, ένας άγραφος κώδικας ανδρικής επιβίωσης μέσα σε έναν μηχανισμό που καταβροχθίζει τους ίδιους του τους υπηρέτες. Kαι οι δύο αγκαλιάζουν την κούραση της ηλικίας τους. Η χημεία τους —χτισμένη σε δεκαετίες φιλίας εντός και εκτός οθόνης— κρατάει την ταινία όρθια ακόμα και στις πιο υπερβολικές στιγμές της.
Το σεναριακό εύρημα με το stash house και τα 20 εκατομμύρια δολάρια είναι απλό αλλά αποτελεσματικό. Όταν η ομάδα, που περιλαμβάνει χαρακτήρες τους οποίους υποδύονται οι Στίβεν Γιουν, Τεγιάνα Τέιλορ και Καταλίνα Σαντίνο Μορένο, συνειδητοποιεί ότι το “rip” δεν είναι ένα συνηθισμένο χτύπημα, η ταινία ανεβάζει ταχύτητα. Η απειλή δεν είναι μόνο το καρτέλ ή οι διεφθαρμένοι συνάδελφοι, αλλά και ο χρόνος. Κάποιος θα έρθει να διεκδικήσει τα λεφτά, και δεν θα ρωτήσει ευγενικά.

Ο Καρνάχαν χειρίζεται καλά τον ρυθμό, κρατώντας την ένταση ψηλά μέσα από διαρκή ερωτήματα: ποιος ξέρει τι, ποιος έχει δεύτερο κινητό, ποιος λέει ψέματα. Το “The Rip” είναι από τις ταινίες που σε κάνουν να υποψιάζεσαι τους πάντες, και αυτό λειτουργεί υπέρ του. Παρά τη μεγάλη διάρκειά του, σπάνια πλατειάζει, αν και το τελικό ξεκαθάρισμα θα μπορούσε να είναι πιο σφιχτό. Κάποιοι δευτερεύοντες χαρακτήρες χάνονται λίγο άγαρμπα στη διαδρομή, θύματα της ανάγκης για αλλεπάλληλες ανατροπές. Παρά την κάπως φλύαρη τελική πράξη, όπου οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμό που απειλεί να αποδυναμώσει το συναίσθημα, η ταινία διασώζεται από την ακρίβεια του βλέμματός της.
Το “The Rip” δεν είναι τέλειο. Είναι λίγο πιο μακρύ απ’ όσο χρειάζεται και κάποιες ανατροπές φωνάζουν ότι θέλουν να εντυπωσιάσουν. Όμως, σε μια εποχή όπου οι περισσότερες streaming action ταινίες μοιάζουν σχεδιασμένες για μισή προσοχή (μια χαρά τα εξήγησε ο Ματ Ντέιμον, διάβασε εδώ), αυτό εδώ είναι μια γερή, χορταστική δουλειά. Αν το Netflix έβγαζε ένα “The Rip” κάθε Γενάρη, οι γκρίνιες για το τι “δεν γυρίζεται πια” ίσως να μειώνονταν αισθητά. Αν μη τι άλλο, είναι μια υπενθύμιση ότι το παλιομοδίτικο, όταν γίνεται σωστά, παραμένει απολαυστικό.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων