European Media

Δράμα 2025: Οι ταινίες - Μέρος 7ο

Δημοσίευση: 14 Σεπτεμβρίου 2025, 12:11
Συντάκτης:

Με τα βραβεία του 48ου Φεστιβάλ Δράμας για το τμήμα του Σπουδαστικού να έχουν ήδη ανακοινωθεί και με τη θέασή των ταινιών να είναι ακόμα νωπή καθώς κάποιοι/ες από εμάς τις παρακολουθούμε ασύγχρονα στην ψηφιακή πλατφόρμα του φεστιβάλ (και το ευχαριστούμε πολύ που για ακόμη μία χρονιά μας δίνει αυτή τη δυνατότητα), γράφουμε για 10 από αυτές. 

<a href="/nea/festival-dramas-thelei-na-se-empneysei-na-grapseis-senario-soy/73173">To Φεστιβάλ Δράμας θέλει να σε εμπνεύσει να γράψεις το σενάριό σου</a>ΣΧΕΤΙΚΑTo Φεστιβάλ Δράμας θέλει να σε εμπνεύσει να γράψεις το σενάριό σου

Υπάρχει μια αόρατη κλωστή που δένει τις ταινίες που επιλέξαμε να παρακολουθήσουμε κι αυτό αντικατοπτρίζει προφανώς μια δική μας εσωτερική ανάγκη (και την προσωπική μας αισθητική), αλλά ταυτόχρονα και τη δημιουργική ανάγκη των καλλιτεχνών που έφτιαξαν τις συγκεκριμένες ταινίες. Καταδεικνύει, ίσως, και τη γενικότερη κατάσταση της (μικρο)κοινωνίας μας στη σύγχρονη Ελλάδα (και την Κύπρο, αφού μας ενώνουν πολλά πράγματα πέρα από τη γεωγραφική μας θέση). Και, σίγουρα, αποδεικνύει πως κάποια θέματα όπως είναι το υπαρξιακό άγχος, η θλίψη, το εργασιακό τέλμα, το πένθος και η απώλεια, δεν μπορεί παρά να επιστρέφουν – τόσο στην τέχνη, μα και στη ζωή. 

Or how to disappear, Γιώργος Αγγελόπουλος
6 Οκτωβρίου. Σήμερα είναι τα γενέθλιά του, σήμερα θα τραγουδήσει. Τα κομμάτια του θρυμματισμένου του εαυτού προσπαθούν να κατασκευάσουν το τραγούδι του, τα θραύσματα του τραγουδιού του παλεύουν να ανακατασκευάσουν τον θρυμματισμένο του εαυτό. Η ταινία που κατέκτησε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας “Φρίντα Λιάππα”, είναι ένα ονειρικό δημιούργημα που παίζει με τη φόρμα, την αισθητική, τα όρια. Μια πειραματική ταινία χωρίς σφιχτοδεμένη, συμβατική αφήγηση, μα με έντονα συναισθήματα, εντυπωσιακή χρήση της κινηματογραφικής γλώσσας, και μια σαρωτική φρεσκάδα που παλεύει να ανυψωθεί κάτω από το υπαρξιακό βάρος που προσπαθεί να τη συνθλίψει. Όπως αναφέρεται και στην αιτιολόγηση του βραβείου από την επιτροπή, “Είναι το Σινεμά που θα θέλαμε να ξαναδούμε”.

Ήταν πολύ καλή στο να φεύγει, Βασίλης Παντελίδης
Ένας άνδρας και μία γυναίκα γνωρίζονται σε ένα καραόκε μπαρ. Αυτός στέκεται με αμηχανία στη σκηνή. Αυτή ορμάει για να τον σώσει. Όσο ξαφνικά μπήκε στη ζωή του, έτσι και έφυγε. Για πάντα. Και εκείνος μένει να διαχειριστεί την απώλειά της, ενώ ταυτόχρονα καλείται να κάνει τη δουλειά του. Είναι ιδιοκτήτης γραφείου τελετών. Θυμίζοντας κάτι από Άκι Καουρισμάκι (το καραόκε μπαρ, οι κοινωνικά αδέξιοι άνθρωποι, οι παράξενοι διάλογοι, η επιθυμία για ανθρώπινη επαφή), υπολειπόμενη όμως το βαθύ συναίσθημα, τη ζωτική ενέργεια που υποβόσκει στα στατικά του πλάνα, και τη δύναμη των σεναρίων του, η ταινία που απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας έχει τα προβλήματά της, έχει όμως και τα θετικά της στοιχεία. Η μινιμαλιστική αισθητική της λειτουργεί ως ένα εργαλείο που μας μεταφέρει επιτυχώς την κοινωνική αποστείρωση του ιδιοκτήτη του γραφείου τελετών, οι ερμηνείες των ηθοποιών (Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Μαρία Αποστολακέα) είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να είναι, η κεντρική ιδέα είναι ελκυστική – κι όμως, στο τέλος κάτι λείπει. Σημαντικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, η μεταστροφή του κεντρικού χαρακτήρα είναι ολοκληρωτική αλλά αδικαιολόγητη, και, παρά το έντονο βάρος του συναισθήματος, το κενό είναι μεγαλύτερο από τη συγκίνηση. Το Ήταν πολύ καλή στο να φεύγει, παρ' όλ' αυτά, είναι μια ταινία που τελικά μένει μαζί σου, για μέρες.

όnλy connέcτ, Betty Konstadinova
Μια νεαρή γυναίκα, παγιδευμένη ανάμεσα στην επιθυμία της για αποδοχή και τον φόβο της απόρριψης, προσπαθεί να αποκαλύψει μια προσωπική αλήθεια στους γονείς της. Αν και καταπιάνεται με ένα ενδιαφέρον όσο και επίκαιρο θέμα, η ταινία της Betty Konstadinova με την ανορθόδοξη γραφή στον τίτλο δεν κατορθώνει να διαπεράσει την επιφάνεια του εσωτερικού διλήμματος με το οποίο παλεύει η κεντρική της χαρακτήρας. Όπως ακριβώς και η Αθηνά Αλαμάνη στον κεντρικό ρόλο δεν τολμά να μιλήσει ειλικρινά στους γονείς της και να αποκαλύψει την αλήθεια της, έτσι και η ταινία δεν τολμά ούτε σεναριακά μα ούτε και  σκηνοθετικά να ταράξει τα νερά μας, να βουτήξει στα βαθιά νερά του ανθρώπινου ψυχισμού
μας, να μας ξεβολέψει από την ασφαλή ζώνη μας – και όπως ξέρει καλά όποιο άτομο έχει κάνει έστω και μισή συνεδρία ψυχανάλυσης, αν δεν αλλάξεις το ήδη υπάρχον συμπεριφορικό μοτίβο, δεν θα αλλάξεις ουσιαστικά τίποτα.

Νέο Μεξικό, Αντώνης Γκούμας
Καθώς πλησιάζει η απόφαση για την κηδεμονία του γιου της, μια γυναίκα στα όρια προσπαθεί να διαχειριστεί την ασταθή της σχέση με την αδερφή της, και την ακόμη πιο ασταθή της σχέση με τον εαυτό της. Ο μόλις 20 χρονών Αντώνης Γκούμας επιλέγει ένα αρκετά περίπλοκο, μέχρι και προκλητικό θέμα, καθώς τολμά να διαρρήξει την ιερή (κατά την ελληνική κοινωνία) σχέση μητέρας και παιδιού (λαμβάνοντας την έξυπνη απόφαση να μην παρουσιάσει ποτέ το παιδί στα μάτια μας) και να εστιάσει στην ψυχολογική και συναισθηματική αστάθεια της μητέρας του. Στα 18 λεπτά που διαρκεί η ταινία, η σαρωτική παρουσία της Μαρβίνας Πιτυχούτη περνάει από κάθε συναισθηματικό στάδιο και όλες τις ψυχολογικές μεταπτώσεις, παρασύροντάς μας στο ταξίδι της προς τη συναισθηματική ενηλικίωση και την ανάληψη (ή μη) των ευθυνών της. Είναι αξιοσημείωτη η δεκτικότητα με την οποία ο Γκούμας προσεγγίζει την παρούσα/απούσα πληθωρική αυτή μητέρα, αλλά και η παντελής απουσία επικριτικής στάσης από μέρους του. Αν υπάρχει κάτι να κρατήσουμε από την ταινία, για εμάς είναι αυτό.

Ο Κύκλος Ζωής των Τζιτζικιών, Ines Perot
Κουρασμένος από το ίδιο του το πρόσωπο Με το δέρμα του, το σκοτάδι, Σέρνεται έξω από τον εαυτό του και τραγουδάει. Από τις ταινίες που τρύπωσαν στην καρδιά μας από τα πρώτα κιόλας πλάνα της, Ο Κύκλος Ζωής των Τζιτζικιών φαίνεται πως κέρδισε την προσοχή και της κριτικής επιτροπής, αφού της απονεμήθηκε Ειδική Μνεία, με την αιτιολόγηση πως “σε βάζει από την αρχή στον κόσμο της και σε κάνει να αναρωτιέσαι γλυκά για τον κύκλο της ζωής”. Ο εκφραστικός Αλέξανδρος Μυλωνάς, στον ρόλο ενός μοναχικού (ή μόνου;) ηλικιωμένου, αποπνέει ζεστασιά, λεπτό (στα όρια του εύθραυστου) χιούμορ, και μια γλυκιά γλυκιά νοσταλγία για τα παιδικά μας καλοκαίρια, τότε που ακόμα και η τυχαία ανακάλυψη ενός τζιτζικιού ήταν μια τεράστια υπόθεση. Πώς, όμως, μια ταινία για έναν ηλικιωμένο καταφέρνει να μας ταξιδέψει ταυτόχρονα στο παιδικό μας παρελθόν αλλά και στο ενδεχόμενο, άγνωστο μέλλον μας; Αυτή είναι η μαγεία του κινηματογράφου όταν γίνεται σωστά. Μπορεί να κάνει τα πάντα.

Fragments of Life from the Place I Call Home, Ανδρέας Λαζίδης
Η καθημερινή ζωή του άδειου οικογενειακού σπιτιού μας αποκαλύπτει το πορτρέτο όσων ζουν ή έζησαν εκεί. Εικόνες από το παρελθόν επανέρχονται στη ζωή ως ένας αγώνας ενάντια στη λήθη. Ένα ταξίδι στο παρελθόν σε ένα σπίτι που κρατάει ακόμα αναμνήσεις, γέλια, κλάματα, γλέντια, αγάπη και χαρές, μια οικογένεια όπως τόσες άλλες, ένα θραύσμα από μια ζωή που πέρασε, μα και ελπίδα για τη ζωή που θα 'ρθει. Αυτά μας αφηγείται, με έναν όμορφο και πολύ
γλυκό τρόπο, η ταινία του Ανδρέα Λαζίδη, μεταφέροντάς μας για λίγο στη δική μας παιδική ηλικία, κάνοντάς μας να μετρήσουμε νοερά τα οικογενειακά γλέντια στα οποία εμείς παρευρεθήκαμε, θυμίζοντάς μας τη δική μας θλίψη για τους ανθρώπους που χάσαμε στον δρόμο -πάντοτε πολύ νωρίς- και γεμίζοντας την καρδιά μας νοσταλγία και αγάπη. Μια ταινία – τρυφερή αγκαλιά.

Λευρεσθής, Ιωάννα Ρουμελιώτη
Όταν η μητέρα του αυτοκτονεί, ο Ντίνος επιστρέφει στο χωριό όπου μεγάλωσε. Αντιμέτωπος με την Ορθόδοξη παράδοση, που αρνείται την ταφή της —σαν σύγχρονη Αντιγόνη— αψηφά τις κοινωνικές συμβάσεις, επιλέγοντας μια προσωπική τελετουργία αποχαιρετισμού. Η Ιωάννα Ρουμελιώτη, με σπουδές στην Κοινωνική Ανθρωπολογία, τον Κινηματογράφο και το Θέατρο, διαλέγει ένα δύσκολο θέμα, τόσο στην αποτύπωση όσο και στη διαχείρισή του. Ένα θέμα που δύσκολα μπορεί να αφήσει κάποιον ασυγκίνητο, αφού πραγματεύεται ίσως το μεγαλύτερο δυνατό βάρος που καλείται -σπάνια ευχόμαστε- να σηκώσει ένα παιδί σε σχέση με τον γονιό του. Η Ρουμελιώτη καταφέρνει αυτό το βάρος να μη μας καταπιεί, φροντίζοντας να γεμίσει την ταινία της τρυφερότητα, ήσυχη λύπη, κατανόηση και αγάπη – αντιδιαστέλλοντας, ταυτόχρονα, αυτές τις αξίες με την πάγια θέση της ελληνικής εκκλησίας απέναντι στους αυτόχειρες. Το κράμα είναι μια ταινία που δεν ξεχνιέται εύκολα, αποτέλεσμα στο οποίο συντείνει, βέβαια, και η χρήση του φωτός (δουλειά του Νίκου Πυλαρινού), λόγος για τον οποίο η ταινία κατέκτησε το Βραβείο Φωτογραφίας “Ντίνος Κατσουρίδης”.

Μεταμόρφωση, Θάνος Καρανίκας, Δήμητρα Κοσμά
Μηχανές που δουλεύουν αδιάκοπα κάτω από τον καυτό ήλιο. Αντλίες, καρούλια και αφόρητοι ορίζοντες πίσω από σπινθηροβόλες στο άγγιγμα, κυματοειδείς λαμαρίνες. Έντεκα μήνες μετά από τις καταστροφικές πλημμύρες του 2023, ο οικισμός της Μεταμόρφωσης Καρδίτσας περιμένει το τέλος ενός ασφυκτικού Αυγούστου. Πρέπει μάλλον να ανήκει κανείς σε ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπου για να μην θυμάται τις καταστροφικές πλημμύρες του 2023 και την οργή, στενοχώρια, απογοήτευση που έφεραν σε όλες και όλους για ακόμα μία φορά οι κρατικοί χειρισμοί. Από αυτή την άποψη και μόνο, το ντοκιμαντέρ αυτό έχει την αξία του, καθώς επαναφέρει στη μνήμη μας το ζήτημα που φυσικά ακόμα δεν έχει επιλυθεί. Παρά, όμως, τις προθέσεις του, το ντοκιμαντέρ μας άφησε με ένα αίσθημα ανολοκλήρωτου, μια δίψα για κάτι παραπάνω, μια επιθυμία για κάτι πιο τολμηρό, βαθύτερο. Οι εικόνες καταγραφής είναι αδιαμφισβήτητα σημαντικές και οι προσωπικές μαρτυρίες ανεκτίμητες – θα θέλαμε, όμως, και ελπίζουμε να το δούμε από τους δημιουργούς στο μέλλον, μια πιο καθαρή θέση και μια πιο αιχμηρή τομή.

Ύπνος, Cos Mandis, Jay McNeil
Μόλις ένας υπνάκος σε ώρα εργασίας και ο Κρις, ένας εξουθενωμένος καθαριστής, θα χάσει τη δουλειά του. Προσπαθώντας απεγνωσμένα να αποφύγει την απόλυση, καταφεύγει σε ακραία μέτρα για να εξασφαλίσει το ένα και μοναδικό πράγμα που μπορεί να τον σώσει: περισσότερο ύπνο. Μια κατάσταση που αγγίζει σχεδόν όλους και όλες μας, μια ατέρμονη κούραση, ένα βαθύ τέλμα, μια πελώρια λαχτάρα για ύπνο – και κατά προτίμηση στη δουλειά. Ένα ευφυές και
αστείο σενάριο, που δεν πήρε άδικα το Βραβείο Σεναρίου, φρέσκες και ανάλαφρες ερμηνείες που δεν παίρνουν τον εαυτό τους και πολύ στα σοβαρά, μια ταινία σύντομη και απολαυστική, και ένα θέμα που παρουσιάζεται με πολύ δυνατό χιούμορ – αφήνοντας, όμως, τις απαραίτητες αιχμές για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Μια από τις αγαπημένες μας ταινίες στο Σπουδαστικό.

Πρελούδιο για μια σουπερνόβα, Χρίστος Αρτεμίου
Στην καρδιά της Αθήνας, η δεκάχρονη Περσεφόνη προσπαθεί να επιβιώσει και παράλληλα να τελειώσει μια σημαντική σχολική εργασία. Παρά τις προσπάθειές της, η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχό της και βυθίζεται στο χάος. Η ταινία αυτή φεύγει από τη Δράμα με το Βραβείο Σκηνογραφίας για τη Μυρτώ Ανδρονίδη, αλλά στην καρδιά μας θα μείνει για καιρό. Όχι μόνο για τις γροθιά-στο-στομάχι ερμηνείες της (Φλομαρία Παπαδάκη ως μητέρα, Νάρια Αθανασοπούλου ως Περσεφόνη, και Κωνσταντίνος Σάμαα ως πατέρας) αλλά και για τη σπάνια ευαισθησία της, για την ωμότητά της χωρίς να πέφτει στην παγίδα της ηδονιστικής ματιάς μέσα από την κλειδαρότρυπα, για την απεικόνιση ενός θέματος που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, χωρίς να εξευτελίζει ή να κρίνει μια ήδη ευάλωτη και συνήθως αδικημένη κοινωνική ομάδα. Ο Χρίστος Αρτεμίου στέκεται δίπλα στην ομάδα αυτή και όχι απέναντι, όπως τόσο συχνά συμβαίνει, απλώνει τα χέρια του, κρατάει από τη μία τους χαρακτήρες του και από την άλλη εμάς, το κοινό του, και κάνει ό,τι μπορεί για να μας φέρει πιο κοντά. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι το πετυχαίνει.

Eδώ μπορείτε να βρείτε τις κριτικές μας για όλες τις ταινίες και τις μίνι συνεντεύξεις των δημιουργών.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο
Feelgood
21536
Spentzos
17066
L'Etranger, από την Spentzos L'Etranger, από την Spentzos