"Hijack" season 2: Φτιαγμένο για να καταβροχθιστεί σε ένα Σαββατοκύριακο.
Η δεύτερη σεζόν του “Hijack” επιστρέφει με την ίδια σχεδόν παράλογη αυτοπεποίθηση που έκανε την πρώτη τόσο εθιστική: ένας άνθρωπος μπαίνει σε ένα μέσο μεταφοράς και ολόκληρος ο κόσμος αρχίζει να καταρρέει γύρω του. Αυτή τη φορά δεν είναι αεροπλάνο αλλά το μετρό του Βερολίνου — όμως το πραγματικό όχημα της σειράς παραμένει ο ίδιος ο Ίντρις Έλμπα, μια φιγούρα που κουβαλά πάνω της την εξάντληση, τη γοητεία και την ψευδαίσθηση ελέγχου της σύγχρονης Δύσης.
ΣΧΕΤΙΚΑ"Paper": Eυχάριστο spin-off του "The office", χωρίς προσωπικότητα
Υπάρχει κάτι σχεδόν παρηγορητικό στον τρόπο που λειτουργεί το “Hijack”. Όχι επειδή είναι ρεαλιστικό — κάθε άλλο. Η σειρά μοιάζει συχνά με παιδί που εφευρίσκει κανόνες την ώρα που παίζει. Και όμως, μέσα σε αυτή την αλυσίδα απιθανότητας, παράνοιας και αφηγηματικών ακροβασιών, κρύβεται μια βαθύτερη αλήθεια για τη σημερινή τηλεόραση: το κοινό δεν αναζητά πια ρεαλισμό. Αναζητά ρυθμό. Επιτάχυνση. Έναν μηχανισμό έντασης που να λειτουργεί τόσο αδιάκοπα ώστε να μη μένει χώρος για αμφιβολία. Kαι έναν πρωταγωνιστή τόσο αβίαστα επιβλητικό που μπορεί να κάνει ακόμα και τις πιο παράλογες εξελίξεις να μοιάζουν πιστευτές.

Ο Ίντρις Έλμπα παραμένει το κέντρο βάρους της σειράς. Χωρίς εκείνον, το “Hijack” θα ήταν απλώς άλλο ένα υπερφιλόδοξο θρίλερ πλατφόρμας γεμάτο συνωμοσίες. Με εκείνον αποκτά μια ιδέα παλιάς χολιγουντιανής βαρύτητας. Ο Σαμ Νέλσον συνεχίζει να είναι ίσως ο πιο απρόσμενος «ήρωας δράσης» της σύγχρονης τηλεόρασης, επειδή τεχνικά δεν είναι καν ήρωας δράσης. Δεν είναι στρατιωτικός, ούτε πράκτορας, ούτε αστυνομικός. Είναι διαπραγματευτής επιχειρήσεων. Και όμως, η σειρά τον αντιμετωπίζει σαν άνθρωπο που μπορεί να αποτρέψει διεθνή κρίση μόνο επειδή ξέρει να διαβάζει καλά ανθρώπους μέσα σε αίθουσες συσκέψεων.
Η δεύτερη σεζόν ξεκινά με τον Σαμ στο Βερολίνο για επαγγελματική συνάντηση με κυβερνητικό αξιωματούχο. Λίγο πριν μπει στο μετρό, παρατηρεί μια μικρή αναστάτωση γύρω από έναν άντρα με κόκκινο σακίδιο. Η σειρά ουσιαστικά φωνάζει στον θεατή ότι κακό συμβαίνει, αλλά το “Hijack” δεν ενδιαφέρεται να κρύψει τα χαρτιά του. Θέλει απλώς να επιταχύνει όσο πιο γρήγορα γίνεται προς την καταστροφή. Η σειρά χτίζει την ένταση σχεδόν παιχνιδιάρικα. Κάθε χαρακτήρας μοιάζει πιθανός ύποπτος ή μελλοντικό θύμα. Και ενώ όλα αυτά ακούγονται υπερβολικά, το “Hijack” έχει την εξυπνάδα να μη γίνεται ποτέ βαρύ ή αυτάρεσκο. Το πιο εντυπωσιακό είναι ο ρυθμός. Η σειρά κινείται με τρομερή ταχύτητα. Τα επεισόδια τελειώνουν πάντα τη σωστή στιγμή, πριν αρχίσεις να αμφισβητείς σοβαρά οτιδήποτε βλέπεις. Είναι η ιδανική σειρά «άλλο ένα επεισόδιο πριν κοιμηθώ» — και ξαφνικά έχουν περάσει τέσσερις ώρες.

Η σκηνοθεσία επίσης καταλαβαίνει πολύ καλά τι είδους θέαμα υπηρετεί. Οι υπόγειοι διάδρομοι του Βερολίνου κινηματογραφούνται σαν λαβύρινθος πανικού, τα κέντρα ελέγχου γεμίζουν οθόνες και συναγερμούς, ενώ η κάμερα παραμένει διαρκώς σε κίνηση και την ίδια στιγμή το “Hijack” συνεχίζει να έχει εκείνη την ελαφρώς σαρκαστική αίσθηση βρετανικού θρίλερ που δεν παίρνει ποτέ εντελώς στα σοβαρά τον εαυτό του.
Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες υπηρετούν κυρίως τον μηχανισμό αγωνίας, αλλά αρκετοί αφήνουν καλές εντυπώσεις. Αλλά τον Έλμπα έβαλες να δεις. Η ήρεμη φωνή του, το βαρύ του βλέμμα, ο τρόπος που περπατά μέσα στο χάος σαν να έχει ήδη δει το τέλος της ιστορίας.
Το “Hijack” δεν θα αλλάξει την ιστορία της τηλεόρασης, αλλά είναι αποτελεσματικό. Η δεύτερη σεζόν αποδεικνύει ότι η σειρά ξέρει ακριβώς τι είναι: μια καλοκουρδισμένη μηχανή αγωνίας με έναν σταρ πρώτης γραμμής στο κέντρο της. Ένα εμπορικό προϊόν: γρήγορο, διασκεδαστικό και φτιαγμένο για να καταβροχθιστεί σε ένα Σαββατοκύριακο.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων