Berlinale 2026: Το MOVE IT γράφει για το Διαγωνιστικό - Μέρος 3ο
H ομάδα του MOVE IT βρίσκεται στο Βερολίνο και ζει την 76η Βerlinale από την πρώτη ως την τελευταία ημέρα διεξαγωγής της.
ΣΧΕΤΙΚΑBerlinale: H Tρίσια Τατλ μένει, αλλά με αντισημιτικό χαλινάρι
Ανάμεσα στις δεκάδες ταινίες που παρακολουθούμε συνολικά, είδαμε και σχεδόν όλα τα φιλμ του Επίσημου Διαγωνιστικού, μεταξύ συνεχόμενων προβολών, συνεντεύξεων τύπου και αποκλειστικών press junkets.
Σε αυτό το σημείωμα θα αναφερθούμε στο "We are all strangers" του Άντονι Τσεν και το "My wife creis" της Άνγκελα Σάνελεκ.
We are all strangers
Ο νεαρός Junyang ζει ταπεινά στη Σιγκαπούρη με τον πατέρα του, περνώντας αρκετό από τον χρόνο του και με την κοπέλα του. Ένα απρόσμενο γεγονός θα τον αναγκάσει να έρθει αντιμέτωπος με τις προκλήσεις της ενηλικίωσης πολύ πιο γρήγορα από αυτό που περίμενε, μαζί με την απόφαση του πατέρα του να παντρευτεί ξανά χρόνια μετά από τον θάνατο της μητέρας του.
Παρότι η σχετικά μεγάλη διάρκεια και το «άπλωμα» της δράσης σ’ ένα διάστημα μερικών ετών μπορεί να προετοιμάζει αρκετούς για ένα μίνι σινεφίλ έπος στο στιλ ίσως του Edward Yang, η νέα ταινία του Anthony Chen είναι στην πραγματικότητα αρκετά πιο mainstream. Κι ενώ αυτό το γεγονός περιορίζει σ’ έναν βαθμό το βάθος της ανάλυσης που επιχειρεί πάνω σε διάφορα ζητήματα (το ταξικό χάσμα που υπάρχει ακόμη και σε μία χώρα με υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα όπως η Σιγκαπούρη, ο συντηρητισμός της εκεί κοινωνίας), το φιλμ κερδίζει το στοίχημα όσον αφορά τον παράγοντα του συναισθήματος, που είναι πηγαίο και δοσμένο με τρόπο τέτοιο ώστε, ακόμη και όταν συνδέεται με έντονες καταστάσεις, να μη ρέπει προς το κακώς εννοούμενο μελόδραμα. Κάποιες υποπλοκές είναι ομολογουμένως πιο επιτυχημένες από άλλες, αλλά η γραφή του Chen βρίσκει τη χρυσή τομή για να προκύψει ένα αποτέλεσμα ομοιογενές, όπου κάθε μεμονωμένη διαδρομή ενός χαρακτήρα έχει τη σημασία της για την πλοκή.
Δεν απουσιάζει και το χιούμορ, που «προσγειώνει» το σύνολο, από την άποψη ότι προσθέτει και μια ανάλαφρη πλευρά που απαλύνει κάποιες εντάσεις και δηλώνει εμμέσως πως δέχεται με χαρά στην αίθουσα και τον λιγότερο σκληροπυρηνικό θεατή. Και τελικά ο στόχος «πιάνεται», από τη σκοπιά του να έχει «πατήματα» ο οποιοσδήποτε να επενδύσει σε αυτούς τους ήρωες, που έχουν και ατέλειες και είναι καθημερινού τύπου (χωρίς λάμψη δηλαδή), επειδή ακριβώς τα όσα καταγράφει ο φακός σχετικά με αυτούς έχουν μια αλήθεια μέσα τους, δεν παρουσιάζονται μόνο και μόνο για να λειτουργήσουν ως φεστιβαλικό «δόλωμα» (6,5/10). Πάρης Μνηματίδης

My wife creis
Κατά τη διάρκεια της βάρδιάς του, ο Thomas, που εργάζεται σαν χειριστής γερανού, λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από τη γυναίκα του, Carla, που βρίσκεται στο νοσοκομείο. Μόλις ο ίδιος φτάνει, εκείνη του λέει πως ενεπλάκη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Αλλά αυτή θα είναι μόνο η αρχή μιας σειράς εξομολογήσεων από την πλευρά της, και οι αναταράξεις είναι στον ορίζοντα...
Εκπρόσωπος της επονομαζόμενης Σχολής του Βερολίνου και η Angela Schanelec, ένα ρεύμα που είναι διεθνώς γνωστό περισσότερο μέσα από το έργο του Christian Petzold και που χαρακτηρίζεται από μια αισθητική αποστασιοποίησης όσον αφορά τα κινηματογραφικά του στοιχεία (ενδεικτικά μακρινές λήψεις, ερμηνείες με ψυχρότητα στην εκφορά του λόγου και στις κινήσεις του σώματος). Παρακολουθώντας όμως κανείς το τελευταίο της φιλμ δύσκολα μπορεί να εκλάβει κάτι παραπάνω από τη μανιέρα μιας φόρμας, με την όποια ουσία σχεδόν απούσα. Παρότι παρουσιάζονται σχετικές καταστάσεις επί της οθόνης, είναι εντελώς αμφίβολο το αν θα φύγει κάποιος από την αίθουσα σοφότερος γύρω από τις δυναμικές των συζυγικών σχέσεων και την επικοινωνιακή αποξένωση στη σημερινή εποχή, δεδομένου ότι έτσι όπως παρουσιάζονται οι εν λόγω θεματικές δεν προσφέρονται για ανάλυση, είναι σαν να βρίσκονται εκεί για να εξυπηρετηθεί μονάχα μια άσκηση ύφους.
Κάποιοι διάλογοι μπορεί να είχαν στο χαρτί μια ψυχαναλυτική διάθεση, αλλά είναι τόσο απομακρυσμένοι από αυτά που θα έλεγε κανονικά ένας άνθρωπος στην καθημερινή ζωή που απλά δεν λειτουργούν, ακούγονται από την αρχή μέχρι το τέλος αφύσικοι. Εντοπίζονται σκηνές που μοιάζουν να υπάρχουν μόνο και μόνο γιατί στο πλαίσιο μιας ιδέας φαίνονταν ενδιαφέρουσες, χωρίς όμως να εντάσσονται αρμονικά στον όλο σκελετό, όπως ο ομαδικός, αμήχανος χορός στο άκουσμα του «Lover Lover Lover» του Leonard Cohen. Μερικές όμορφες οπτικά σεκάνς, όπως οι ποδηλατικές βόλτες της πρωταγωνίστριας στη φύση και την πόλη, αποτελούν μια ευχάριστη ανάπαυλα σε σύγκριση με ό,τι άλλο προηγείται, μεσολαβεί κι έπεται, αλλά μέχρι εκεί. Και αυτό που μένει είναι μια ταινία εσωστρεφής σε βαθμό εξαντλητικό (3/10). Πάρης Μνηματίδης


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων