Evia Film Project 26: Καλλιτεχνικό vs εμπορικό σινεμά: Έννοιες ασύμβατες;
Το 5ο Evia Film Project, η πράσινη πρωτοβουλία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, συνεχίστηκε με προβολές σε Αιδηψό και Λίμνη, μια προβολή για παιδιά παρουσία της δημιουργικής ομάδας της ταινίας, δύο ανοιχτές συζητήσεις, την προβολή του Digger παρουσία του σκηνοθέτη Τζώρτζη Γρηγοράκη και των πρωταγωνιστών Αργύρη Πανταζάρα και Βαγγέλη Μουρίκη, καθώς και μια ειδική προβολή της ταινίας Λουόμενοι παρουσία της σκηνοθέτριας Εύας Στεφανή, στα Λουτρά Αιδηψού.
ΣΧΕΤΙΚΑ5ο Evia Film Project: Όλα όσα θα συμβούν
Ανοιχτή συζήτηση Καλλιτεχνικό vs εμπορικό σινεμά: Έννοιες ασύμβατες;
Στην εκδήλωση με τίτλο «Καλλιτεχνικό vs εμπορικό σινεμά: Έννοιες ασύμβατες;», που πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Πολιτισμού «Μελίνα Μερκούρη», στα Λουτρά Αιδηψού, συμμετείχαν οι Γιώργος Ζώης (κινηματογραφιστής), Μαρία Καραγιαννάκη (παραγωγός, Chase the Cut), Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη (καθηγήτρια-σύμβουλος ΕΑΠ-επιμελήτρια τεκμηρίωσης filmography.gr), Αλέξανδρος Παπαγεωργίου (κριτικός κινηματογράφου-μεταφραστής). Οι θεωρητικοί και επαγγελματίες του σινεμά συζήτησαν σχετικά με τη διάκριση, τη σύγκρουση και τη συνύπαρξη καλλιτεχνικού και εμπορικού σινεμά, τις καταβολές αυτού του διαχωρισμού, αλλά και το πώς ενσωματώνεται αυτό το δίπολο σε μεγαλύτερα αφηγήματα.
Η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη ευχαρίστησε το Φεστιβάλ για την πρόσκληση και τη φιλοξενία, υπογραμμίζοντας πως η διάκριση μεταξύ καλλιτεχνικού και εμπορικού σινεμά δεν είναι φυσική αλλά ιστορικά και πολιτισμικά κατασκευασμένη, καθώς εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς. Στη συνέχεια, περιέγραψε συνοπτικά τα αντιθετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά του εμπορικού και του καλλιτεχνικού σινεμά: το μεν εμπορικό ζητάει το μεγαλύτερο δυνατό εύρος πρόσληψης, έχει πολύ καθαρά γραμμένους χαρακτήρες, ενώ οι υπόγειες δυνάμεις αιτίου-αιτιατού, οι οποίες καθοδηγούν τις αποφάσεις των πρωταγωνιστών, είναι προφανείς. Επίσης, το τέλος κάθε εμπορικής ταινίας είναι κλειστό και ξεκάθαρο, η εμπορική του προώθηση είναι πολύ δυναμική και ο προϋπολογισμός του πρότζεκτ συνήθως μεγάλος: «Τα εμπορικά πρότζεκτ είναι συνήθως προσωποπαγή και στηρίζονται σε μεγάλους ηθοποιούς. Έντονη είναι επίσης η έννοια του franchise, ενώ το κοινό περιμένει μια συνέχεια από τις ταινίες που αγαπά (για παράδειγμα στα πρόσφατα και επιτυχημένα Backrooms και Obsession). Οι συμβάσεις είναι ουσιαστικά και η καταδίκη του εμπορικού σινεμά».
Αντιθέτως, το καλλιτεχνικό σινεμά έχει αντιθετικές ποιότητες και διαφορετικά χαρακτηριστικά: «Στο καλλιτεχνικό σινεμά στόχος δεν είναι η οικονομική απόσβεση, αλλά η πολιτιστική διερεύνηση. Παρατηρούμε μια χαλαρή ανάπτυξη χαρακτήρων, ενώ οι εμμονές του δημιουργού βγαίνουν στο προσκήνιο. Σε αυτές τις ταινίες, παρατηρούμε αισθητική αρτιότητα και πρωτοτυπία», δήλωσε σχετικά. Ανέλυσε πως μέσα σε αυτό το δίπολο μπορούμε να διακρίνουμε πρότυπα, ακόμη και στην τοπική ιδιομορφία της Ελλάδας και κατέληξε σχολιάζοντας πως η τοπικοποίηση πολιτισμικών φαινομένων έχει νόημα για να καταλάβουμε τις ιδιαιτερότητες του φαινομένου που εξετάζεται.

Αμέσως μετά, τον λόγο πήρε ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου, ο οποίος ξεκίνησε να αναλύει τη μορφολογία της διάκρισης μεταξύ καλλιτεχνικού και εμπορικού σινεμά, χαρακτηρίζοντάς την εννοιολογική: «Πρόκειται για μια εκ των υστέρων εννοιολόγηση και ένταξη σε συγκεκριμένο πλαίσιο, η οποία ενέχει και ενός είδους αξιολόγηση. Το κοινό συνολικά, δηλαδή ο επονομαζόμενος “συλλογικός θεατής” εννοιολογεί τα φαινόμενα κατά το δοκούν και ταυτοχρόνως τα εντάσσει σε μεγαλύτερα αφηγήματα. Επομένως, η έννοια του εμπορικού προδιαθέτει αρνητικά σε μια έλλειψη καλλιτεχνικού παράγοντα στην εκάστοτε κινηματογραφική πρόταση. Η κατασκευή του αφηγήματος έχει ενδιαφέρον: ο κρίσιμος παράγοντας είναι η προϋπόθεση που διαχωρίζει την υψηλή και τη λαϊκή κουλτούρα. Τα λαϊκά θεάματα είναι εγγενώς κατώτερα, έχουν καθαρά ψυχαγωγικό χαρακτήρα και δεν υπερβαίνουν ποτέ τις παραδόσεις, ούτε δημιουργούν πρωτοπορίες. Η “πραγματική” τέχνη παράγεται πάντα από τα ανώτερα στρώματα, συνδέεται με προνόμια και προωθητικές για τον πολιτισμό αξίες», ανέλυσε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στο πεδίο της διανομής και της παραγωγής, πέρα από την άμεση, βιωμένη εμπειρία: «Καμία άλλη τέχνη δεν χρειάζεται τόσα λεφτά όσα το σινεμά. Οι διαφορές στο μπάτζετ με άλλες τέχνες είναι χαοτικές και κωμικές. Η εννοιολόγηση λοιπόν αυτή και η διάκριση μεταξύ εμπορικού και καλλιτεχνικού σινεμά είναι ο τρόπος που έχει σκαρφιστεί ο ίδιος ο κινηματογράφος για να ξορκίσει το γεγονός ότι προϋποθέτει μια καπιταλιστική οικονομία, διότι το σινεμά δεν μπορεί να υπάρξει και δεν έχει νόημα έξω από το πλαίσιο του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Το σινεμά είναι λοιπόν μια εγγενώς αντιφατική τέχνη, και δυστυχώς ποτέ τα καλλιτεχνικά και εμπορικά υποπροϊόντα του δεν είχαν τόση απόσταση μεταξύ τους. Βιώνουμε ένα μεγάλο βραχυκύκλωμα του σινεμά. Στο παρελθόν, για παράδειγμα στην εποχή του New Hollywood, υπήρχε μια κεντρική λειτουργία που έφερνε κοντά τις δύο πλευρές και διεκδικούσε χώρο στη συνείδηση του θεατή – ποιος μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα αν το σινεμά του Σκορσέζε ή του Κόπολα είναι εμπορικό ή καλλιτεχνικό; Δυστυχώς, βιώνουμε μια εποχή κατά την οποία το κέντρο είναι θρυμματισμένο: μπορεί να διασκεδάζεις αλλά λείπει η τέχνη, το όραμα, η μαστοριά. Κι αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση του σινεμά: η αποκατάσταση αυτού του διαλυμένου εμπορικο-καλλιτεχνικού κέντρου», κατέληξε.

Στο σημείο αυτό, τη σκυτάλη πήρε η Μαρία Καραγιαννάκη, η οποία αναφέρθηκε αμέσως στις κοσμογονικές αλλαγές που έχει υποστεί το κινηματογραφικό τοπίο: «Ας μη συγκρίνουμε το παρελθόν με το παρόν: παλιά, ακόμη και τα μεγάλα στούντιο έκαναν μεγάλες πατέντες στις παραγωγές τους. Στην επόμενη εποχή του New Hollywood, τα στούντιο βρήκαν την κλασική συνταγή τους με τεράστια ονόματα και κτηνώδη μπάτζετ», ανέφερε. «Ένας θεωρητικός κάνει τη διάκριση μεταξύ καλλιτεχνικού και εμπορικού σε δεύτερο χρόνο. Εμείς, ως παραγωγοί, την κάνουμε από πολύ πριν, από τη γέννηση ακόμα του πρότζεκτ. Πρακτικά, ο διαχωρισμός αυτός είναι μια μεγάλη γενναία απόφαση που ξεκινάει από τη χρηματοδότηση. Από πάρα πολύ νωρίς, ο δημιουργός καλείται να αντιμετωπίσει έναν εφιάλτη και να συμφιλιωθεί με την ιδέα πως, εκτός από την ταινία του, δημιουργεί κι ένα προϊόν, και δεν αρκεί να πείσει τον παραγωγό αλλά και τον χρηματοδότη». Ακολούθως και σχετικά με τον τρόπο ανατροφοδότησης στην εποχή του streaming, δήλωσε: «Οι πλατφόρμες δίνουν πλέον στοιχεία διαρκώς για τις συνήθειες του κοινού και τις επιθυμίες του. Αυτό δημιουργεί το εξής πρόβλημα: τα στούντιο δεν παίρνουν ρίσκο σε κάτι καινούργιο και ρηξικέλευθο που δεν έχει μελετηθεί επισταμένα», πρόσθεσε, για να ολοκληρώσει με ένα αισιόδοξο ενωτικό μήνυμα: «Οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τις ζωές των ανθρώπων. Ξέρετε πώς το ξέρω; Όλους εμάς εδώ σήμερα, σ’ αυτή την αίθουσα μια ταινία μάς οδήγησε, μια ταινία διαφορετική και ιερή για τον καθένα και την καθεμία από εμάς».
Τέλος, τον λόγο πήρε ο Γιώργος Ζώης, ο οποίος μίλησε από τη σκοπιά του δημιουργού: «Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν σκέφτομαι τον διαχωρισμό καλλιτεχνικού και εμπορικού έργου εκ προοιμίου. Προκύπτει ως εσωτερική ανάγκη, δεν εκκινώ από κάποια διάκριση, και το γράψιμό μου δεν διαφέρει. Αν ξεκινήσεις με την παραδοχή της εμπορικότητας, κληρονομείς έναν επίμονο παραγωγό που διαρκώς ζητάει πράγματα και επεμβαίνει στο σενάριο, κάνοντας υποθέσεις που δεν ξέρουμε αν θα πετύχουν. Εγώ προσωπικά χαίρομαι που υπάρχει αυτό που ονομάζουμε “προσωπικό σινεμά” (δεν μου αρέσει ο όρος “καλλιτεχνικό σινεμά”) και χρηματοδοτείται. Με ενοχλεί η εμμονή με το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος. αυτό το μοντέλο παραγωγής με βρίσκει αντίθετο, κι εμείς οι δημιουργοί πρέπει να συσπειρωθούμε», τόνισε. «Άλλωστε, από πότε η πλειοψηφία δίνει την υψηλότερη αξία σε ένα κινηματογραφικό έργο; Εγώ βλέπω ταινίες που μπορεί να μην έχουν εκατομμύρια θεατές αλλά εμένα με μετακίνησαν, μου έδωσαν τροφή για να ζήσω πολλούς μήνες, ίσως σε κάποιους ακόμη και να έσωσαν τη ζωή. Αυτός είναι ο λόγος που μαχόμαστε για την προσωπική δημιουργία: θέλουμε ένα σινεμά με συνείδηση, κι ας μην έχει εκατομμύρια θεατές».


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων