Ο γάμος του Joe και της Angela περνά κρίση. Όταν προσκαλούν τους αινιγματικούς γείτονες του πάνω ορόφου σε δείπνο, η βραδιά παίρνει απρόβλεπτη τροπή. Θα ξαναβρούν τη σπίθα τους ή θα ανάψουν το σπίρτο που θα τα κάψει όλα;
Η βασική ιδέα του The Invite είναι απλή: δύο ζευγάρια, ένα διαμέρισμα, και μια βραδιά που ξεκινά με κρασί και καταλήγει σε συναισθηματικό ξεγύμνωμα. Αλλά η εκτέλεση της Ολίβια Γουάιλντ δεν ενδιαφέρεται για μια τυπική κομεντί καταστάσεων.Θέλει ένταση, αμηχανία και εκείνη τη λεπτή στιγμή που ένα αθώο σχόλιο γίνεται σπίθα.
Ο Joe και η Angela — ο Σέθ Ρόγκεν και η ίδια η Γουάιλντ — είναι ήδη σε κατάσταση μόνιμης τριβής πριν καν χτυπήσει το κουδούνι. Οι γείτονες Pína και Hawk — η Πενέλοπε Κρουζ και ο Έντουαρντ Νόρτον — μπαίνουν στο χώρο σαν να έχουν ήδη κερδίσει τη μάχη της ενέργειας: πιο χαλαροί, πιο “ανοιχτοί”, και ελάχιστα λιγότερο εκνευριστικοί από όσο χρειάζεται για να σε κάνουν να τους εμπιστευτείς.

Η ταινία βασίζεται στο μέτριο ισπανικό The People Upstairs, αλλά εδώ η μεταφορά γίνεται αφορμή για ένα πολύ πιο αμερικανικό είδος κοινωνικού άγχους: την εμμονή με το αν “τα κάνεις σωστά” στις σχέσεις σου. Κάθε συζήτηση για σεξ, όρια, επιθυμία και συναισθηματική ειλικρίνεια καταλήγει να μοιάζει με τεστ που κανείς δεν θέλει πραγματικά να περάσει.
Ο χώρος του σπιτιού αξιοποιείται σχεδόν θεατρικά. Η κάμερα σπρώχνει τους χαρακτήρες σε γωνίες, τους εγκλωβίζει σε καθρέφτες, τους αφήνει να μιλάνε ο ένας πάνω στον άλλο μέχρι που η κουβέντα γίνεται σχεδόν φυσικός θόρυβος. Είναι μια επιλογή που δουλεύει. Η κάμερα δεν κυνηγά δράση, αλλά αντιδράσεις. Ένα βλέμμα λίγο πιο παρατεταμένο, μια παύση πριν από μια απάντηση, μια φράση που λέγεται με λάθος χαμόγελο. Η Γουάιλντ προτιμά να αφήσει την αμηχανία να “γράψει” από μόνη της. Και για μεγάλο μέρος της ταινίας, αυτό λειτουργεί: οι διάλογοι έχουν ρυθμό, οι παύσεις είναι φορτισμένες και το καστ βρίσκει χώρο να παίξει με μικρές μετατοπίσεις τόνου.
Ο Πενέλοπε Κρουζ είναι ξεκάθαρα το highlight, με μια performance που παίζει συνεχώς ανάμεσα στο παιχνιδιάρικο και το απρόβλεπτο, με συνεχείς αλλαγές τόνου χωρίς να χάνει τον έλεγχο. Ο Έντουαρντ Νόρτον λειτουργεί σαν ο τέλειος ενοχλητικός passive aggessive “πνευματικός γκουρού”, ενώ ο Σέθ Ρόγκεν κρατάει την ταινία γειωμένη με πιο ανθρώπινη, φθαρμένη ενέργεια, ένας άνθρωπος που φαίνεται να αντιδρά πιο φυσικά στο χάος γύρω του.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της ταινίας είναι ο τρόπος που χειρίζεται την έννοια της “ανοιχτής σχέσης” και της σύγχρονης ειλικρίνειας. Κάθε συζήτηση για επιθυμία, όρια ή συναισθηματική διαφάνεια μοιάζει να είναι ταυτόχρονα προσωπική και κοινωνική παγίδα. Κανείς δεν ξέρει αν λέει αυτό που νιώθει ή αυτό που “πρέπει” να πει. Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία ξέρει τόσο καλά τι θέλει να πει, που μερικές φορές το επαναλαμβάνει λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Οι σκηνές κορύφωσης γίνονται σχεδόν αναπόφευκτες από νωρίς, και το δεύτερο μισό χάνει λίγο από την αιχμηρότητα του πρώτου. Οι συγκρούσεις ακολουθούν προβλέψιμη καμπύλη, και το σενάριο περιστασιακά “σπρώχνει” τα πράγματα προς τα εκεί που ήδη υποψιάζεσαι ότι θα πάνε.
Αλλά ακόμα και έτσι, το The Invite παραμένει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα σύγχρονης κομεντί που προσπαθεί να μιλήσει για σχέσεις χωρίς να τις εξιδανικεύει.Είναι μια ταινία για το πόσο δύσκολο είναι σήμερα να μιλήσεις χωρίς να μετατραπεί η συζήτηση σε κρίση ταυτότητας. Και αυτό την κάνει, παρά τις αδυναμίες της, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μικρά δράματα σχέσεων της χρονιάς. Δεν παίρνει θέση, δεν δίνει απαντήσεις, και τελικά αφήνει τους χαρακτήρες της εκεί που τους βρήκε: στο ίδιο τραπέζι, λίγο πιο εκτεθειμένους απ’ όσο θα ήθελαν.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων