"The night agent": Η μελαγχολία του Αμερικανού παρανοϊκού ήρωα
Το “The night agent" σεζόν με την σεζόν αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και μοιάζει πιο σίγουρο για τον εαυτό του από ποτέ. Η σειρά του Σον Ράιαν συνεχίζει να λειτουργεί σαν μια μηχανή πολιτικού θρίλερ που δεν σταματά ποτέ να κινείται — ακόμα κι όταν η λογική έχει ήδη πηδήξει από το τρένο δύο επεισόδια πριν. Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό το χάος από συνωμοσίες, πράκτορες και τρομοκρατικά δίκτυα, η σειρά ξέρει ακριβώς τι κάνει: φτιάχνει τηλεοπικό εθισμό παλιάς σχολής.
ΣΧΕΤΙΚΑ"Maximum pleasure guaranteed": Τίποτα όπως φαίνεται
Μπορεί να ακουσεί παράξενο, αλλά το "The night agent" υπήρξε το πιο πολυπαιγμένο πρόγραμμα του Netflix για το 2023, ξεπερνώντας “Wednesday”, “Stranger Things”, “Squid Game”. Η τρίτη σεζόν δεν αλλάζει ριζικά τη συνταγή. Δεν προσπαθεί να γίνει «prestige tv», ούτε να ανακαλύψει ξανά το πολιτικό θρίλερ. Θέλει κυρίως να σε κολλήσει στον καναπέ για 10 ώρες και να σε κάνει να πατήσεις «επόμενο επεισόδιο» χωρίς να το σκεφτείς.
Ναι, η πλοκή είναι παράλογη. Από εκείνες τις ιστορίες όπου μια συνωμοσία φτάνει μέχρι τον Λευκό Οίκο, μυστικές υπηρεσίες συγκρούονται μεταξύ τους, οικονομικοί αναλυτές ανακαλύπτουν τρομοκρατικά δίκτυα μέσα από τραπεζικές συναλλαγές και κάθε δεύτερος χαρακτήρας μοιάζει έτοιμος είτε να προδώσει είτε να δολοφονήσει κάποιον. Αν το καλοσκεφτείς μετά το τέλος του επεισοδίου, πολλά πράγματα καταρρέουν. Αλλά το “The Night Agent” έχει το θράσος — και κυρίως τον ρυθμό — να σε κάνει να μη σε νοιάζει καθόλου εκείνη τη στιγμή.

Ο Γκάμπριελ Μπάσο επιστρέφει ως Πίτερ Σάδερλαντ, έναν ήρωα που πλέον έχει αφήσει πίσω του την αφέλεια της πρώτης σεζόν. Η σειρά κατάλαβε σωστά ότι δεν μπορείς να κρατάς για πάντα τον ίδιο χαρακτήρα στη θέση του «καλού παιδιού που μπλέκει άθελά του». Ο Πίτερ τώρα κουβαλά ενοχές, κούραση και μια διαρκή αίσθηση ότι κάθε αποστολή του αφαιρεί κι άλλο ένα κομμάτι της ψυχής του. Είναι ένας ήρωας που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον Τζέισον Μπορν και τον Τζακ Μπάουερ: αρκετά ανθρώπινος ώστε να πονά, αλλά αρκετά τηλεοπτικός ώστε να συνεχίζει να τρέχει ασταμάτητα χωρίς ύπνο, φαγητό ή ψυχοθεραπεία. Και, οκ, σίγουρα χειρότερος ηθοποιός από Σάδερλαντ ή Ντέιμον.
Η νέα αποστολή τον φέρνει απέναντι στον Τζέικομπ Μονρό, τον οποίο υποδύεται εξαιρετικά ο Λούις Χέρθουμ. Ο χαρακτήρας λειτουργεί σαν εκείνη τη φιγούρα του σύγχρονου πολιτικού θρίλερ που δεν λερώνει ποτέ τα χέρια της αλλά βρίσκεται πίσω από κάθε βρώμικη πράξη. Το ενδιαφέρον είναι ότι η σειρά δεν παρουσιάζει ως πραγματικούς κινδύνους τους εκτελεστές ή τους τρομοκράτες, αλλά εκείνους που χρηματοδοτούν το χάος για πολιτικό ή οικονομικό όφελος. Και αυτή είναι ίσως η πιο ουσιαστική θεματική γραμμή της σεζόν. Δίπλα στον Μπάσο, η Τζένεσις Ροντρίγκεζ προσθέτει ενέργεια ως Ιζαμπέλ Ντε Λεόν, μια δημοσιογράφος που προσπαθεί να ενώσει τα κομμάτια ενός τεράστιου δικτύου διαφθοράς. Ο ρόλος της θυμίζει εκείνη τη δημοσιογραφική φιγούρα των θρίλερ της δεκαετίας του ’70 — μόνο που εδώ βρίσκεται εγκλωβισμένη σε έναν κόσμο streaming ταχύτητας, όπου οι αποκαλύψεις έρχονται με ρυθμό πολυβόλου.
Η σειρά αποκτά επίσης νέο ενδιαφέρον χάρη στον Στίβεν Μόγιερ (True blood), που υποδύεται έναν πληρωμένο δολοφόνο γνωστό μόνο ως «Ο Πατέρας». Είναι ένας από τους λίγους χαρακτήρες που φέρνουν πραγματική συναισθηματική αμηχανία στη σεζόν, επειδή μετακινείται συνεχώς ανάμεσα στη στοργή και την ψυχρότητα. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να προστατεύσει τον γιο του ενώ παράλληλα συμμετέχει σε έναν κόσμο επαγγελματικής βίας δημιουργεί τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της σειράς. Εξίσου καλός και ο Ντέιβιντ Λάιονς (ER, The beast in me) ως Άνταμ, πράκτορας που αναλαμβάνει να συνεργαστεί με τον Πίτερ. Εκεί που ο Μπάσο συχνά βυθίζεται σε μια σχεδόν μονότονη σοβαρότητα, ο Λάιονς φέρνει χιούμορ, κυνισμό και μια κουρασμένη αυτογνωσία που λείπει από τη σειρά. Οι δυο τους αποκτούν χημεία σχεδόν αμέσως και πολλές από τις καλύτερες σκηνές της σεζόν βασίζονται ακριβώς σε αυτή τη σχέση.

Η τρίτη σεζόν έχει, βέβαια, και όλα τα γνωστά προβλήματα της τηλεοπτικής παραγωγής του Netflix. Τα πρώτα επεισόδια μοιάζουν φουσκωμένα χωρίς λόγο. Υπάρχει υπερβολική επεξήγηση διαλόγων, λες και η σειρά φοβάται μήπως ο θεατής χάσει κάποια πληροφορία ενώ χαζεύει το κινητό του. Κάποιες σκηνές επαναλαμβάνουν συνεχώς τα ίδια δραματικά διλήμματα μέχρι εξάντλησης. Και ναι, αν σταματήσεις να σκέφτεσαι ψύχραιμα, μάλλον θα αναρωτηθείς γιατί σχεδόν κάθε κυβερνητικός θεσμός στην Αμερική αυτού του σύμπαντος μοιάζει να έχει παραβιαστεί από κάποιο σκοτεινό δίκτυο συνωμοτών.
Αλλά αυτή είναι και η φάση του “The Night Agent”. Είναι μια σειρά φτιαγμένη για ανθρώπους που θέλουν να πιστέψουν ότι, πίσω από τη διαφθορά, τη βία και το πολιτικό χάος, υπάρχουν ακόμη κάποιοι πρόθυμοι να κάνουν το σωστό. Άνθρωποι που θα απαντήσουν στο τηλέφωνο όταν όλα διαλύονται. Και ίσως γι’ αυτό λειτουργεί τόσο καλά. Γιατί μέσα σε έναν κόσμο όπου οι περισσότεροι πολιτικοί ήρωες της πραγματικότητας μοιάζουν εξαντλημένοι, γελοίοι ή επικίνδυνοι, το “The Night Agent” πουλάει κάτι πολύ απλό: την ιδέα ότι κάποιος, κάπου, εξακολουθεί να νοιάζεται.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων