Κάννες 2026: "Επιλέγουμε ταινίες με βάση την ποιότητα και όχι το φύλο του σκηνοθέτη"
Το Φεστιβάλ των Καννών, διαχρονικός θεματοφύλακας μιας αυστηρής κινηματογραφικής ιεραρχίας, βρίσκεται για άλλη μια φορά αντιμέτωπο με την κριτική για την έμφυλη ανισορροπία στο διαγωνιστικό του τμήμα. Με μόλις πέντε από τις 22 ταινίες να φέρουν γυναικεία υπογραφή, η φετινή διοργάνωση μετατρέπεται σε ένα πεδίο σύγκρουσης μεταξύ της «καθαρής» καλλιτεχνικής αξιολόγησης και της πολιτικής της ταυτότητας. Και κάπως έτσι, πριν καν ξεκινήσουν οι προβολές, το φεστιβάλ βρέθηκε πάλι στο κέντρο μιας συζήτησης που μοιάζει να επαναλαμβάνεται κάθε Μάιο σαν κακογραμμένο sequel.
ΣΧΕΤΙΚΑ“Hell Grind”: H πρώτη AI ταινία εμφανίστηκε στην Αγορά των Καννών
Ο Τιερί Φρεμό, σταθερός στη γραμμή που ακολουθεί εδώ και χρόνια, απάντησε χωρίς περιστροφές: «Οι ταινίες επιλέγονται για την ποιότητά τους, όχι για το φύλο των σκηνοθετών τους».
Μια δήλωση που στις Κάννες ακούγεται σχεδόν σαν επίσημο σύνθημα. Το φεστιβάλ επιμένει ότι δεν αποκλείει συνειδητά γυναίκες δημιουργούς και ότι ο ρόλος του δεν είναι να λειτουργεί με ποσοστώσεις αλλά με καλλιτεχνικά κριτήρια. Με απλά λόγια: αν οι περισσότερες “μεγάλες” ταινίες της χρονιάς είναι ανδρικές, οι Κάννες θεωρούν πως απλώς αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα της κινηματογραφικής παραγωγής.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η εξήγηση ακούγεται όλο και λιγότερο πειστική σε αρκετούς ανθρώπους μέσα στον χώρο. Οργανώσεις όπως η Collective 50/50 επιμένουν ότι ένα φεστιβάλ που παρουσιάζεται ως η κορυφαία παγκόσμια βιτρίνα του σινεμά δεν μπορεί να αγνοεί τόσο εμφανείς ανισορροπίες. Κι εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι της συζήτησης. Γιατί το ζήτημα δεν είναι απλώς αριθμητικό. Δεν είναι μόνο αν οι γυναίκες είναι πέντε, επτά ή δέκα στο διαγωνιστικό. Είναι το ποιος αποφασίζει τι θεωρείται “σημαντικό” σινεμά και με ποια κριτήρια.
Ο Φρεμό, πάντως, δεν δείχνει διατεθειμένος να αλλάξει στάση. Για εκείνον, οι ποσοστώσεις αποτελούν απειλή για την καλλιτεχνική ακεραιότητα του φεστιβάλ. Και για να ενισχύσει τη θέση του, επικαλέστηκε την Ανιές Βαρντά, λέγοντας πως λίγο πριν φύγει από τη ζωή τού είχε πει: «Δεν είμαι γυναίκα σκηνοθέτης. Είμαι γυναίκα και είμαι σκηνοθέτης». Και συνέχισε: «Μου είπε: “Σε παρακαλώ, μην επιλέξεις ποτέ μια ταινία επειδή τη σκηνοθέτησε γυναίκα. Επίλεξέ τη επειδή είναι καλή ταινία”».

Βέβαια, οι Κάννες δεν είναι ακριβώς αμετακίνητες. Για δεκαετίες ο Χρυσός Φοίνικας έμοιαζε σχεδόν απαγορευμένος για γυναίκες δημιουργούς. Στα πρώτα 73 χρόνια του φεστιβάλ, μόνο η Τζέιν Κάμπιον είχε καταφέρει να τον κερδίσει, με το “The Piano” το 1993. Κι όμως, μέσα σε μόλις πέντε χρόνια ήρθαν δύο ακόμη νίκες: η Ζουλιά Ντικουρνό με το “Titane” και η Ζιστίν Τριέ με το “Anatomy of a Fall”. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει πρόοδος; Ναι. Σημαίνει ότι η συζήτηση έχει λήξει; Προφανώς όχι.
Το πιο αμήχανο στοιχείο είναι ότι οι Κάννες μοιάζουν συχνά εγκλωβισμένες ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εποχές. Από τη μία, το φεστιβάλ θέλει να παραμείνει ο τελευταίος μεγάλος ναός του auteur cinema, όπου μοναδικός θεός είναι η “ποιότητα”. Από την άλλη, βρίσκεται σε μια κινηματογραφική βιομηχανία που αλλάζει, πιέζεται και επανεξετάζει τις δομές εξουσίας της.
Και κάπου εκεί η κουβέντα εκτροχιάζεται εύκολα. Γιατί υπάρχουν πράγματι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν πλέον το σινεμά αποκλειστικά μέσα από ταυτότητες, εκπροσωπήσεις και πολιτικές αναγνώσεις. Υπάρχουν όμως και άλλοι που χρησιμοποιούν την έννοια της “καλλιτεχνικής ουδετερότητας” σαν ασπίδα ώστε να μη συζητηθεί ποτέ σοβαρά ποιος έχει πρόσβαση στους μηχανισμούς παραγωγής και κύρους.
Η πραγματικότητα βρίσκεται πιθανότατα κάπου στη μέση. Οι ποσοστώσεις από μόνες τους δεν παράγουν καλό σινεμά. Ταυτόχρονα όμως, το να παρουσιάζεται η αγορά ως απολύτως ουδέτερη είναι σχεδόν αφελές. Όταν περίπου το 80% των μεγάλων παραγωγών συνεχίζει να σκηνοθετείται από άνδρες, το αποτέλεσμα αναπόφευκτα θα αντανακλά αυτή την ανισορροπία.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων