European Media

28o ΦΝΘ: Το MOVE IT γράφει για τις ταινίες - Μέρος 6o

Δημοσίευση: 12 Μαρτίου 2026, 18:38
Συντάκτης:

Το 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης διεξάγεται 5 έως 15 Μαρτίου 2026.

<a href="/festival-thessalonikis/45-ellinika-ntokimanter-apo-28o-fnth-taxideyoyn-se-oli-tin-ellada/73431">45 ελληνικά ντοκιμαντέρ από το 28ο ΦΝΘ ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα</a>ΣΧΕΤΙΚΑ45 ελληνικά ντοκιμαντέρ από το 28ο ΦΝΘ ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα

Όπως κάθε χρόνο, με βάση την εξαιρετική μας συνεργασία με το Φεστιβάλ, στο MOVE IT παρακολουθούμε και γράφουμε για όσες περισσότερες ταινίες μπορούμε. Μη ξεχνάτε πως όσες θα διαβάσετε στα καθημερινά μας ποστ, είναι διαθέσιμες online στην πλατφόρμα του φεστιβάλ.

B-Movie: Lust & Sound in West Berlin των Γιόργκ Χόπε, Κλάους Μακ, Χέικο Λάνγκε

Το B-Movie: Lust & Sound in West-Berlin δεν είναι απλώς ένα μουσικό ντοκιμαντέρ για τη σκηνή του μεταπανκ στο Δυτικό Βερολίνο της δεκαετίας του ’80. Είναι μια κινηματογραφική ανασύνθεση μιας πόλης που υπήρξε ταυτόχρονα πολιτικό σύνορο και πολιτισμικό εργαστήριο. Μέσα από ένα πυκνό μωσαϊκό αρχειακών εικόνων και προσωπικής αφήγησης, το φιλμ επιχειρεί να συλλάβει την ατμόσφαιρα ενός τόπου όπου η τέχνη, η νύχτα και η ιστορία συγκρούονταν καθημερινά.

Υπάρχουν πόλεις που παράγουν πολιτισμό σχεδόν μηχανικά και άλλες που λειτουργούν ως καταλύτες ιστορικών εκρήξεων. Το Δυτικό Βερολίνο των δεκαετιών του 1970 και 1980 ανήκε ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Μια πόλη περικυκλωμένη από το Ανατολικό μπλοκ, αποκομμένη από την υπόλοιπη Δυτική Γερμανία και ταυτόχρονα προικισμένη με χαμηλά ενοίκια, σχετική ελευθερία και μια αίσθηση πολιτικής έντασης που διαπερνούσε την καθημερινότητα. Σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε μια ιδιαίτερη μορφή μποέμικης κουλτούρας, όπου μουσικοί, καλλιτέχνες και περιπλανώμενοι νέοι από όλη την Ευρώπη αναζητούσαν έναν χώρο δημιουργικής και προσωπικής απελευθέρωσης.

Η ταινία ανασυνθέτει αυτή την περίοδο μέσα από την προσωπική διαδρομή του Mark Reeder, ενός Βρετανού που εγκαταστάθηκε στο Δυτικό Βερολίνο το 1979 και γρήγορα εντάχθηκε στην υπόγεια μουσική σκηνή της πόλης. Αντί όμως να επιλέξει τη μορφή μιας γραμμικής βιογραφίας, το φιλμ προτιμά μια πιο κατακερματισμένη, σχεδόν μουσική δομή. Αρχειακά βίντεο, Super 8 πλάνα, φωτογραφίες και σκηνοθετημένες αναπαραστάσεις συνδυάζονται σε ένα είδος κινηματογραφικού κολάζ που προσπαθεί να αναπαραστήσει όχι μόνο τα γεγονότα αλλά και την ίδια την αίσθηση εκείνης της εποχής.

Σε αντίθεση με πολλές μουσικές ταινίες που επικεντρώνονται αποκλειστικά σε καλλιτεχνικές διαδρομές, το B-Movie: Lust & Sound in West-Berlin παρουσιάζει τη μουσική ως μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού οικοσυστήματος. Στο Βερολίνο εκείνης της εποχής, η μουσική, η performance art, οι πολιτικές διαμαρτυρίες και η νυχτερινή ζωή αποτελούσαν κομμάτια της ίδιας εμπειρίας. Δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στο καλλιτεχνικό έργο και τον τρόπο ζωής.

Η αφήγηση του Ρίντερ φέρνει στο προσκήνιο μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών που κινούνταν ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές έκφρασης. Εμφανίζονται μορφές όπως ο Nick Cave, η Gudrun Gut, ο πρωτοπόρος της techno Westbam και ο Blixa Bargeld των Einstürzende Neubauten. Η παρουσία τους στο φιλμ δεν έχει τη μορφή πλήρων συνεντεύξεων αλλά εμφανίζεται αποσπασματικά, μέσα από αρχειακές εικόνες ή ηχητικά αποσπάσματα.

Αυτή η κατακερματισμένη παρουσία αντανακλά και τη φύση της ίδιας της σκηνής. Η κουλτούρα του μεταπανκ στο Βερολίνο δεν ήταν ποτέ ενιαία. Αντίθετα, αποτελούνταν από ένα δίκτυο μικρών κοινοτήτων που αλληλεπιδρούσαν διαρκώς μεταξύ τους. Η μουσική των Joy Division, η αισθητική των Sex Pistols ή οι ηλεκτρονικοί πειραματισμοί των Tangerine Dream λειτουργούν στο φιλμ σαν ηχητικές αναμνήσεις μιας εποχής που δεν υπάρχει πια.

Το φιλμ ολοκληρώνεται με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και τη μεταμόρφωση της πόλης σε νέα ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της ηλεκτρονικής μουσικής. Η στιγμή αυτή λειτουργεί ταυτόχρονα ως τέλος και αρχή. Η σκηνή του μεταπανκ που παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ ανήκει πια στο παρελθόν, όμως το πνεύμα της – η ιδέα ότι το Βερολίνο αποτελεί τόπο καλλιτεχνικής ελευθερίας – συνεχίζει να προσελκύει νέες γενιές δημιουργών (8/10)

 

Candidates of death του Ματσιέι Κούσκε

Το Candidates of Death του Maciej Cuske ξεκινά σαν ένα απλό making-of μιας ερασιτεχνικής ταινίας τρόμου και καταλήγει να γίνει κάτι πολύ πιο συγκινητικό. Καθώς ο σκηνοθέτης καταγράφει τον γιο του και τους φίλους του επί σχεδόν δύο δεκαετίες, το φιλμ μετατρέπεται σε ένα ντοκιμαντέρ για τη φιλία, την ενηλικίωση και το πέρασμα του χρόνου.

Η βασική ιδέα είναι τόσο απλή που σχεδόν ακούγεται σαν αστείο. Μια παρέα αγοριών συγκεντρώνεται κάθε καλοκαίρι για να γυρίσει ένα ερασιτεχνικό horror project με τον ίδιο τίτλο. Η διαδικασία είναι χαλαρή, συχνά αυτοσχέδια, και περισσότερο θυμίζει καλοκαιρινό παιχνίδι παρά πραγματική κινηματογραφική παραγωγή. Αυτό όμως που κάνει το φιλμ του Ματσιέι Κούσκε ξεχωριστό είναι η διάρκεια της παρατήρησης. Ο σκηνοθέτης επιστρέφει ξανά και ξανά σε αυτές τις καλοκαιρινές συναντήσεις, συγκεντρώνοντας υλικό που καλύπτει περίπου δεκαεπτά χρόνια.

Στην αρχή είναι παιδιά που περνούν τον χρόνο τους γελώντας, πειράζοντας ο ένας τον άλλον και στήνοντας αυτοσχέδιες σκηνές τρόμου μέσα στα δάση της Πολωνίας. Καθώς όμως περνούν τα χρόνια, οι ίδιοι χαρακτήρες αρχίζουν να αντιμετωπίζουν διαφορετικές πραγματικότητες: δουλειές, σχέσεις, ευθύνες ενηλίκων. Το φιλμ παρακολουθεί αυτή τη μετάβαση με τρόπο σχεδόν αθόρυβο. Δεν υπάρχουν δραματικές αφηγηματικές κορυφώσεις ή θεαματικές αποκαλύψεις. Αντίθετα, το ενδιαφέρον βρίσκεται στις μικρές αλλαγές: στον τρόπο που μιλούν μεταξύ τους, στα αστεία που γίνονται λιγότερο αθώα, στις στιγμές σιωπής που δείχνουν ότι η ζωή αρχίζει να γίνεται πιο περίπλοκη.

Στην αρχή μπορεί να είναι λίγο δύσκολο να καταλάβει κανείς ποιος είναι ποιος. Το φιλμ χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό από διάφορες χρονικές περιόδους, οπότε οι χαρακτήρες εμφανίζονται σε διαφορετικές ηλικίες και με διαφορετική εμφάνιση. Με τον καιρό όμως η αφήγηση βρίσκει ρυθμό και οι προσωπικότητες των τριών φίλων αρχίζουν να ξεχωρίζουν. Η σχέση τους με το project της ερασιτεχνικής ταινίας γίνεται επίσης πιο ενδιαφέρουσα όσο περνούν τα χρόνια. Αυτό που ξεκίνησε ως απλό παιχνίδι μετατρέπεται σε μια ετήσια τελετουργία. Τα γυρίσματα λειτουργούν ως δικαιολογία για να ξαναβρεθούν όλοι μαζί και να θυμηθούν την εποχή που η ζωή ήταν λιγότερο απαιτητική.

Δεν πρόκειται για ντοκιμαντέρ με έντονη δραματική καμπύλη. Όμως αυτό είναι και μέρος της γοητείας του: η ταινία μοιάζει περισσότερο με ημερολόγιο παρά με παραδοσιακή αφήγηση. Στο τέλος, το φιλμ αφήνει μια απλή αλλά συγκινητική εντύπωση. Οι καλοκαιρινές αυτές συναντήσεις δεν είναι απλώς γυρίσματα μιας ερασιτεχνικής ταινίας τρόμου. Είναι ένας τρόπος να διατηρηθεί μια φιλία μέσα στον χρόνο (6,5/10).

To 28o Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης διεξάγεται φέτος από τις 5 μέχρι και τις 15 Μαρτίου. To ΜΟVE IT βρίσκεται εκει και σας μεταφέρει όλα όσα συμβαίνουν. 

 

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο
Spentzos
26980
Tanweer
6945
Spentzos
4228
backrooms, από την Spentzos backrooms, από την Spentzos