"The Agency" season 2: Eχθρός του μυστικού πράκτορα, ο ίδιος του ο εαυτός
Αν για κάθε περιπέτεια του Τζέιμς Μποντ υπάρχει μία σκηνή όπου ο 007 καταφέρνει να χαμογελάσει, να γκαζώσει μια Aston Martin, να παραγγείλει ένα martini, τότε υπάρχουν δεκάδες ιστορίες όπου η μεγαλύτερη επιτυχία ενός πράκτορα συνοδεύεται από μια προσωπική καταστροφή. Από την πρώτη της κιόλας σεζόν, το The Agency έδειξε ξεκάθαρα σε ποια σχολή ανήκει. Ο Μπράντον Κόλμπι, γνωστός ως «Martian», δεν κινδυνεύει επειδή κάποιος ανακάλυψε την κάλυψή του. Κινδυνεύει επειδή ερωτεύτηκε.
ΣΧΕΤΙΚΑ"Paper": Eυχάριστο spin-off του "The office", χωρίς προσωπικότητα
Η πρώτη σεζόν είχε ήδη κερδίσει τις εντυπώσεις χάρη στους εξαιρετικά καλογραμμένους διαλόγους και σε ένα από τα πιο δυνατά καστ που διαθέτει σήμερα η streaming τηλεόραση. Οι δημιουργοί Τζεζ και Τζον-Χένρι Μπάτεργουορθ δεν επαναπαύονται. Αντί να επαναλάβουν την ίδια συνταγή, απλώνουν τη βασική θεματική της σειράς σχεδόν σε κάθε χαρακτήρα, δείχνοντας πως μια προσωπική αδυναμία δεν απειλεί μόνο τον πράκτορα που την κουβαλά, αλλά μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την υπηρεσία και, τελικά, τις ισορροπίες της διεθνούς πολιτικής. Aπορρίπτοντας τη φαντασμαγορία και την αισθητική υπερτροφία του σύμπαντος του Τζέιμς Μποντ, επανέρχονται σε μια παράδοση πιο κοντά στο πνεύμα του Τζον λε Καρέ, όπου η κατασκοπεία δεν είναι παρά ένα γραφειοκρατικό και υπαρξιακό μαρτύριο.

Η δεύτερη σεζόν του The Agency επιμένει ότι η πραγματική κατασκοπεία είναι μια δουλειά που διαλύει ζωές πριν καν προλάβει να αποτρέψει πολέμους. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σειρά του Paramount+ να ξεχωρίζει μέσα σε μια εποχή όπου η τηλεοπτική κατασκοπεία αναζητά διαρκώς τρόπους να ισορροπήσει ανάμεσα στην ψυχαγωγία και τον ρεαλισμό.
Η πλοκή ξεκινά με τον Martian του Μάικλ Φασμπέντερ να έχει πλέον μετατραπεί σε διπλό πράκτορα για λογαριασμό των Βρετανών. Ο πανούργος άνθρωπος της MI6, Τζιμ Ρίτσαρντσον, τον οποίο υποδύεται ο Χιου Μπόνεβιλ, τον οδηγεί ουσιαστικά σε αυτή τη θέση. Σε αντάλλαγμα, οι Βρετανοί υπόσχονται ότι θα κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να απελευθερώσουν από τη σουδανική αιχμαλωσία τη Δρ. Σάμια Ζαχίρ, τη γυναίκα που αγαπά. Οι Μπάτεργουορθ χρησιμοποιούν τη σχέση του Martian με τη Σάμια ως τον βασικό άξονα πάνω στον οποίο περιστρέφονται όλες σχεδόν οι ιστορίες της σεζόν. Η ιδέα είναι απλή αλλά αποτελεσματική: οι κατάσκοποι περνούν τόσα χρόνια κρύβοντας την πραγματική τους προσωπικότητα, ώστε κάθε αυθεντικό συναίσθημα μετατρέπεται αυτομάτως σε επιχειρησιακή αδυναμία.
Όσο η υποψία ότι υπάρχει προδότης μέσα στην ίδια τη CIA μεγαλώνει, η ατμόσφαιρα γίνεται ολοένα πιο αποπνικτική. Οι προδοσίες αποκτούν προσωπικό χαρακτήρα. Όταν ακόμη και μια πράκτορας καταλήγει πιόνι στη στρατηγική του Martian, η χειρίστριά της Ναόμι Φορντ, με την Κάθριν Γουότερστον, και ο επικεφαλής Χένρι Όγκλετρι, τον οποίο υποδύεται ο Τζέφρι Ράιτ, περνούν στην αντεπίθεση.

Ο Ράιτ είναι, ίσως, ο αφανής πρωταγωνιστής της χρονιάς. Ο Όγκλετρι λειτουργεί ως η ηθική πυξίδα της υπηρεσίας, προσπαθώντας να μετατρέψει τις υποψίες του για τον Martian σε αδιαμφισβήτητα στοιχεία. Απέναντί του βρίσκεται ο Ρίτσαρντ Γκιρ, στον ρόλο του προϊσταμένου Τζέιμς Μπράντλεϊ. Οι δυο τους έχουν μια από τις πιο απολαυστικές δυναμικές της σειράς. Και οι δύο μοιάζουν να έχουν δει κάθε πιθανό σενάριο στην καριέρα τους, όμως αντιδρούν εντελώς διαφορετικά: ο Γκιρ εκπέμπει τη μελαγχολία ενός ανθρώπου που έχει κουραστεί να απογοητεύεται, ενώ ο Ράιτ απαντά με μια ατσάλινη αποφασιστικότητα που δεν λυγίζει ποτέ.
Το σενάριο εξακολουθεί να αποτελεί το μεγάλο όπλο της σειράς, αλλά λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εξ'αιτίας των ηθοποιών. Ο Μάικλ Φασμπέντερ συνεχίζει να χτίζει τον Martian ως έναν άνθρωπο που έχει μάθει να ελέγχει τα πάντα εκτός από το μοναδικό πράγμα που δεν μπορεί να προβλέψει: τα ίδια του τα συναισθήματα. Ο Φασμπέντερ αποφεύγει έξυπνα κάθε ίχνος υπερβολής. Δεν μετατρέπει ποτέ τον ήρωά του σε τραγικό εραστή. Αντίθετα, υποδύεται έναν άνθρωπο που προσπαθεί απεγνωσμένα να παραμείνει ψυχρός, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι όλες του οι αποφάσεις καθορίζονται από την αγάπη.
Η δεύτερη σεζόν δίνει επίσης περισσότερο χώρο στο υπόλοιπο καστ να αναπνεύσει. Ο Τζον Μαγκάρο, που αρκετοί γνώρισαν από το First Cow, ίσως να μη μοιάζει με τον τυπικό υπερκατάσκοπο, όμως αυτή ακριβώς η αντισυμβατική επιλογή κάνει την παρουσία του ακόμη πιο ενδιαφέρουσα απέναντι στον περισσότερο «μποντικό» Φασμπέντερ. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν αδύναμες ερμηνείες.

Εκεί που η σειρά δυσκολεύεται λίγο περισσότερο είναι στον βασικό ανταγωνιστή της. Ο Viking δεν αποκτά ποτέ το δραματικό βάθος που θα χρειαζόταν, κυρίως επειδή οι δημιουργοί έχουν να διαχειριστούν περισσότερους από δώδεκα βασικούς χαρακτήρες σε διαφορετικές χώρες και επιλέγουν σπάνια να αφηγηθούν τα γεγονότα από τη δική του οπτική γωνία.
Περίπου στα δύο τρίτα της σεζόν εμφανίζεται και η μοναδική πραγματική κοιλιά. Οι αφηγηματικές γραμμές μπλέκονται περισσότερο απ' όσο χρειάζεται και ο ρυθμός επιβραδύνεται αισθητά προκειμένου να στηθεί το φινάλε. Το αποτέλεσμα είναι αρκετές σκηνές όπου οι χαρακτήρες ανακαλύπτουν ή συζητούν πληροφορίες που ο θεατής ήδη γνωρίζει. Είναι ίσως η μοναδική στιγμή όπου το μεγάλο εύρος της σειράς λειτουργεί εις βάρος της, θυμίζοντας μια από τις πιο συνηθισμένες παγίδες της streaming τηλεόρασης: την υπερβολική επεξήγηση.
Ευτυχώς, το τελευταίο επεισόδιο διορθώνει σχεδόν τα πάντα. Οι ιστορίες συγκλίνουν με τρόπο απρόβλεπτο και οδηγούν σε ένα εξαιρετικό cliffhanger που αφήνει τον θεατή να ζητά αμέσως την επόμενη σεζόν. Και κάπως έτσι, το The Agency ολοκληρώνει τον δεύτερο κύκλο του επιστρέφοντας στο πιο διαχρονικό ερώτημα της μεγάλης κατασκοπικής μυθοπλασίας. Πόσο κοστίζει τελικά να κερδίσεις, όταν κάθε νίκη απαιτεί να χάσεις ένα ακόμη κομμάτι του εαυτού σου.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων