Σύνοψη: Η μετακόμιση ενός ζευγαριού στην εξοχή προκαλεί ένα μεταφυσικό συμβάν που αλλάζει ριζικά τη σχέση, την ύπαρξη, αλλά και την σωματική μορφή του ζευγαριού.
Άποψη: Έχει πολλές ιδέες το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Michael Shanks, αλλά αφήνει και μια αίσθηση ότι σε κάποιες πτυχές του δεν είναι πλήρως συνειδητοποιημένο ως σύλληψη.
Ειδικά το φινάλε αφήνει κάποια ερωτηματικά ως προς το με ποια συνθήκη της αληθινής ζωής παραλληλίζει ο ίδιος την κατάληξη που επιλέγει για τον μύθο του, ειδικά από τη στιγμή που η αλληγορία του είναι αρκετά ξεκάθαρη στα λεπτά που έχουν προηγηθεί.

Φαίνεται επίσης από το ότι δεν αντιστέκεται τελικά στο να επιστρατεύσει κάποια πολυχρησιμοποιημένα κλισέ του είδους του τρόμου (εσφαλμένοι συναγερμοί, αποκαλύψεις που γίνονται γνωστές υπό ένα πρίσμα φρίκης για την ένταση της στιγμής ενώ δεν είναι η φύση τους τέτοια) πως δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμος σαν δημιουργός.
Ακόμη και με αυτά τα δεδομένα πάνω στο τραπέζι πάντως, το φιλμ του παρακολουθείται με αρκετό ενδιαφέρον. Σαν μελέτη ενός αντρόγυνου σε κρίση εσκεμμένα δεν φτάνει σε πολύ μεγάλο βάθος (η στόχευση είναι ψυχαγωγική, δεν θέλει ο Shanks να γίνει Bergman), αλλά οι αλληλεπιδράσεις των δύο χαρακτήρων και το πώς αλλάζει η μεταξύ τους δυναμική όσο περνάνε τα λεπτά έχουν το «ζουμί» τους, αν και κάποιες μεταβολές στη συμπεριφορά τους «φωνάζουν» πως υπάρχουν στο σενάριο για να προχωρήσει η πλοκή προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, γιατί από ψυχολογικής σκοπιάς είναι κάπως ανακόλουθες.
Η εστίαση αναπόφευκτα λόγω του φύλου του σκηνοθέτη γέρνει ελαφρώς περισσότερο προς τη μεριά του Tim και λιγότερο στη Millie, αλλά ο χρόνος ανάμεσα στους δύο γενικά είναι αρκετά ίσα μοιρασμένος, τόσο ώστε να γίνουν κατανοητές οι θέσεις τους και οι ιδιαιτερότητές τους.
Το μεγάλο ατού του συνόλου είναι ότι οι Alison Brie και Dave Franco πραγματικά «ιδρώνουν τη φανέλα» ερμηνευτικά, αμφότεροι θαρραλέοι σχετικά με το πόσο δοτικά δοκιμάζονται σε δυο ρόλους που απαιτούν μια τόσο γνήσια εκδηλωτικότητα σε συναισθηματικό επίπεδο.

Το ότι ο θεατής κατά πάσα πιθανότητα θα επενδύσει στο τι θα συμβεί σε αυτούς τους ήρωες στα 102 λεπτά της διάρκειας οφείλεται, ίσως περισσότερο και από το ίδιο το σενάριο, στο ότι το πρωταγωνιστικό ζευγάρι εξετάζει ουσιαστικά τα ερωτήματα περί ρομαντικών σχέσεων που υπάρχουν εντός του κειμένου και μέσα από αυτά τσαλακώνεται, ξεσπάει, υπερβαίνει.
Η όλη εμπειρία του «Μαζί» δεν είναι τόσο σαν μια συνεδρία ψυχοθεραπείας για εραστές που βρίσκονται σε τέλμα όσο σαν ένα μεταφορικό τρενάκι του τρόμου μέσα από σταχυολογημένες παγίδες στον λαβύρινθο του έρωτα. Δεν προτείνει λύσεις με τρόπο τέτοιο που ο οποιοσδήποτε σινεφίλ θα βγει από την αίθουσα αναφωνώντας πως σώθηκε, απλά παίζει χαριτωμένα με διάφορες διαδεδομένες φοβίες και ανασφάλειες, προχωρώντας σε μερικές διαπιστώσεις στην πορεία.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων