Φατίχ Ακίν: "Η πατρίδα μας είναι εκεί που μορφωθήκαμε"
Ο Φατίχ Ακίν επιστρέφει με μια αναπάντεχη ταινία, όσον αφορα στην μέχρι τώρα προσωίκή του κινηματογραφική ψυχοσύνθεση.
ΣΧΕΤΙΚΑΣτο νησί του Άμρουμ
Ανάμεσα στις κάθε ειδών κινηματογραφικές ιστορίες που έχουν ειπωθεί για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, σχετικά λίγες έχουν μιλήσει για την επόμενη μέρα της ήττας στη Γερμανία, που έφερε και την κατάρρευση μιας ιδεολογίας και ελπίδας που είχε κυριαρχήσει για δεκαετίες στον γερμανικό λαό.
Στο "Νησί του Άμρουμ", ο Φατίχ Ακίν, μαζί με τον βετεράνο Γερμανό σκηνοθέτη και σεναριογράφο Χαρκ Μπομ, ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο, εμπνέονται από τις παιδικές αναμνήσεις του ίδιου του Μπομ για να πουν μια τέτοια ιστορία μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, το οποίο αλλάζει ριζικά χάρη σε ένα «ταξίδι» στον μικρόκοσμό του, ενώ ο ίδιος ο πλανήτης περνάει κοσμογονικές αλλαγές μετά την ήττα του Χίτλερ.
Ισορροπώντας ανάμεσα στην αθωότητα του μικρού του πρωταγωνιστή και τη σκληρή πραγματικότητα που τον περιβάλλει, ο Φατίχ Ακίν σκηνοθετεί μια ταινία τρυφερότητας και ευαισθησίας, αλλά και πολιτικής οξυδέρκειας, που δεν μοιάζει σε οτιδήποτε άλλο έχει παρουσιάσει στο παρελθόν.
Και παρόλο που την τοποθετεί σε ένα μακρινό μέρος πολλές δεκαετίες πριν, στην πραγματικότητα είναι μια ταινία που θέλει να μιλήσει και για όλα όσα γίνονται σήμερα, αλλά το, διαχρονικά αγαπημένο για το σινεμά, θέμα της ενηλικίωσης: το ότι, δηλαδή, το να μεγαλώνεις σημαίνει να ανακαλύπτεις ξανά και ξανά τον κόσμο γύρω σου, αλλά και όλα αυτά που πρέπει να αλλάξουν σε αυτόν.
Η άποψη του MOVE IT για το φιλμ

Ο Φατίχ Ακλιν μιλά για την ταινία του
Ο Χαρκ Μπομ έγραψε ένα υπέροχο σενάριο, γεμάτο ποίηση, χάρη και σασπένς. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε πλέον να γυρίσει ο ίδιος την ταινία, μου ζήτησε να αναλάβω εγώ τη σκηνοθεσία.
Στην αρχή, δίστασα: είμαι σκηνοθέτης που πρέπει πάντα να βρίσκει μια προσωπική σύνδεση με το υλικό, πάνω στο οποίο δουλεύει. Επίσης, το σενάριο έπρεπε να δουλευτεί κι άλλο, μιας και ήταν πολύ μεγάλο σε διάρκεια. Δεδομένου ότι ο Χαρκ γράφει τα πάντα με το χέρι, θα χρειαζόταν πολύ χρόνο για να το δουλέψει εκείνος, οπότε προσφέρθηκα να το κάνω εγώ κι εκείνος συμφώνησε. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, αγάπησα πολύ την ιστορία. Ήταν σαν να υιοθετούσα ένα παιδί: από ένα σημείο κι έπειτα, δεν το αμφισβητείς πια, απλώς το αγαπάς άνευ όρων.
Στην αρχή, είδα το όλο εγχείρημα ως μια πειραματική ταινία: πώς μπορώ να γυρίσω μια ταινία του Χαρκ Μπομ; Είδα πάλι τις ταινίες του, αναλύοντας τις γωνίες λήψης, τη σκηνοθεσία των ηθοποιών, το μοντάζ — και πάνω απ' όλα, την προσέγγισή του. Όσο, όμως, πλησίαζε η έναρξη των γυρισμάτων, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσα ότι αυτό ήταν παράλογο - έπρεπε να κάνω δική μου την ταινία, όχι να μιμηθώ κάποιον άλλον.
Έπειτα από τη συνειδητοποίηση αυτή, όλα άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους. Οι ταινίες που μου ήρθαν στο μυαλό όταν ο Χαρκ μού είπε για πρώτη φορά την ιστορία ήταν τα «Κλέφτης Ποδηλάτων» και «Λούστρο Παπουτσιών» του Βιτόριο Ντε Σίκα. Οι σκηνές όπου ο Νάνινγκ ψάχνει για ξύλα τη νύχτα μού θύμισαν τη «Νύχτα του Κυνηγού» του Τσαρλς Λότον. Και ένιωθα ότι όλη η ταινία έπρεπε να αποπνέει το πνεύμα του «Stand by Me» του Ρομπ Ράινερ — έτσι, η κινηματογραφική μου ανατροφή καθόρισε τη σύνδεσή μου με το πρότζεκτ.
Όμως, η πιο σημαντική συνειδητοποίηση για μένα ήρθε λίγο πριν την ολοκλήρωση της ταινίας πριν λίγους μήνες: όταν φίλοι, οι οποίοι μέχρι τότε φαίνεται ότι ζούσαν σε μια ειδυλλιακή Γερμανία, άρχισαν να συζητάνε το ενδεχόμενο να φύγουν από τη χώρα. Αλλά όπως είπε και ο Γκέτε: «Η πατρίδα μας είναι εκεί όπου μορφωθήκαμε». Και εγώ δεν θέλω να την αφήσω στους Ναζί.
Το «Amrum» μιλάει για την εκδίωξή μας από τον παράδεισο. Η ταινία τελικά ήταν ένα είδος αποστολής για μένα: ένα ταξίδι στα βάθη της «γερμανικής ψυχής» μου. Ίσως αυτό ήταν το τελευταίο μάθημα που μου έδωσε ο δάσκαλος Χαρκ Μπομ: ότι ο κινηματογράφος παραμένει ένα αιώνιο μυστήριο.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων