CTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD HTML 4.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/REC-html40/loose.dtd">
Δημοσίευση: 19 Νοε. 2013, 11:58
 
Αlice in the cities
 
H κάμερα, η ίδια ένα παιδί
 
9,5 / 10
 
Στο ταξίδι που κάνει ο Γερμανός δημοσιογράφος Phill, προκειμένου να δημιουργήσει ένα κείμενο για την Αμερική, γνωρίζει μία μητέρα με την κόρη της, και με πρόσχημα τη συνάντηση αυτή, ξεκινά ένα υπαρξιακό ταξίδι, που γράφεται  με την πένα της κάμερας του Wim Venders, προσφέροντάς στην ιστορία του σινεμά ένα αριστούργημα. 
 
Ο δρόμος, φαίνεται να είναι το σπίτι του Vim Wenders. Η μετάβαση, το μεταίχμιο, είναι η αυλή που έχει διαλέξει για να παίζουν και να μεγαλώνουν, τόσο εκείνος όσο και οι ήρωές του, κάτι που είναι εμφανές και σε άλλα κομμάτια της φιλμογραφίας του [(Im Lauf der Zeit (1976), Paris, Texas (1984) , Der Himmel über Berlin (1987) ]. 
 
Η βαθιά φιλοσοφική ταινία του δημιουργού αποκαλύπτει πως προορισμός δεν υπάρχει. Μόνο αέναες μεταβάσεις, όπου γεννιούνται ερωτήματα σε πολλαπλά επίπεδα: προσωπικό, σχέσεων (κυρίως με τους γονείς), αλλά και κινηματογράφησης.  Η μικρή Αλίκη είναι ο χώρος όπου ο Phill περνά από το να μιλά στον εαυτό του, μόνο για να ακούει τη φωνή του, στο να μιλά σε έναν Άλλο, ο οποίος τον επιθυμεί και τον ακούει, χωρίς να εξαρτάται από τους ήχους που προκύπτουν, αν και πρόκειται για ένα “παιδί”. Και για πρώτη φορά, εκείνος επιθυμεί, επίσης, να ακούσει, αρχικά την κραυγή του παιδιού για τροφή, και έπειτα ακόμα και τον ήχο ενός βλέμματος.
 
Η φωτογραφική μηχανή του Phill, έχει, από την αρχή, ρόλο ενδιάμεσου στη σχέση εκείνου με τον κόσμο γύρω του. Τον ίδιο ρόλο που έχει και η πένα του, μόνο που ακόμα εκείνος κινείται από την ανάγκη να του επιστραφεί ένα βλέμμα. Και αυτό γίνεται μέσω ενός μικρού παιδιού, που του κλέβει μία βίαιη αλλά και, γι αυτό, σχεδόν επαναστατική φωτογραφία. 
 
Μέχρι τώρα, με τη μηχανή του άλλες φορές απαθανάτιζε και άλλες φορές θανάτωνε το γύρω του, για να μη φτάσει στο μέσα του. Όμως η μηχανή έχει τη δική της ηθική, όπως και τα παιδιά, χαρακτηριστικό των ελεύθερων ανθρώπων. Αν η Ζαζί επιθυμούσε να μπει στο μετρό, η Αλίκη επιθυμεί να πάει στις πόλεις, μαζί του, αφού διαισθάνεται το δεσμό που θα τους βρει. Και αποκαλύπτει πως ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που τα χωρίζει, βρίσκεται το παρόν, αφού ένα παιδί μπορεί να δει τα πάντα, για εκείνο όνειρο δεν υπάρχει, το όνειρο των μεγαλύτερων είναι η δική του πραγματικότητα. 
 
Ως αντίστιξη σε αυτό το δίπολο ζωής θανάτου, η φωτογραφία της ίδιας της ταινίας είναι τόσο ρέουσα, που σου υπενθυμίζει διαρκώς ότι βρισκόμαστε όλοι, συνεχώς, κάπου στο ενδιάμεσο. Η κάμερα, συμφιλιώνοντας τη διχοτόμηση του ασπρόμαυρου, είναι η ίδια ένα παιδί. Μία Polaroid που ζει στο παρόν και αποδεικνύει πως η στιγμή υπήρξε γι αυτόν που την έζησε. Κάπου εκεί, βρίσκεται ο αποδεικτικός ρόλος της φωτογραφίας. Η φωτογραφία, απλώς απευθύνει την επιθυμία να γίνει κάτι  μέρος της υποκειμενικής πραγματικότητας και αυτό να αφήσει ένα ίχνος σε κάτι χειροπιαστό, όπως είναι ένα χαρτί. 
 
Η αξία που έχει το παρόν, είναι εμφανής και στο μοντάζ, που έχει το ρυθμό ενός ποιήματος, το οποίο παίρνουν από τον ώμο και περπατούν μαζί του οι Can, στο μουσικό θέμα που σε συντροφεύει πολύ μετά την ολοκλήρωση της παρακολούθησης του φιλμ. Είναι εντυπωσιακό το πώς σε ένα πλάνο μπορεί να αποδίδεται, μέσα από τη φωτογραφία και την κίνηση της κάμερας, ταυτόχρονα, το ότι αναπτύσσεται ένας άντρας και το ότι βουτά στο παιδί μέσα του,  μία ψυχική κίνηση ταυτόχρονα προς τα έξω και προς τα μέσα, με το μάτι του θεατή να απομακρύνεται και να πλησιάζει ταυτόχρονα σε έναν τοίχο.
 
 
Τα παπούτσια του Phill τον στενεύουν, στα όρια του πολιτισμού. Για εκείνον, η μουσική και η μοναξιά είναι ομόηχες λέξεις. Η Αλίκη “προστάτευσε τη μοναξιά του” και του επέτρεψε να περπατήσει ξυπόλητος, στην πορεία του να γίνει ο πυρήνας που υπάρχει μέσα του. Καθρεφτίστηκε στα μάτια της και εκείνη τη στιγμή, φυτεύτηκε ο σπόρος της ευθύνης προς τον εαυτό του. 
 
Με αφορμή έναν επίλογο, θα μπορούσε να γράψει κανείς ολόκληρο βιβλίο για την παιδικότητα στο έργο του Wenders. Κάτι που δε θα είχε , όμως, ίσως, αξία, αφού έχουν όλα ειπωθεί μέσα από τους στίχους του Peter Handke από το Der Himmel über Berlin : 
 
Als das Kind Kind war,
wußte es nicht, daß es Kind war,
alles war ihm beseelt,
und alle Seelen waren eins. 
 
(...)
 
 
Als das Kind Kind war,
war es die Zeit der folgenden Fragen:
Warum bin ich ich und warum nicht du?
Warum bin ich hier und warum nicht dort?
Wann begann die Zeit und wo endet der Raum?
Ist das Leben unter der Sonne nicht bloß ein Traum?
Ist was ich sehe und höre und rieche
nicht bloß der Schein einer Welt vor der Welt?
Gibt es tatsächlich das Böse und Leute,
die wirklich die Bösen sind?
Wie kann es sein, daß ich, der ich bin,
bevor ich wurde, nicht war,
und daß einmal ich, der ich bin, 
 
 
 
When the child was a child
It didn't know it was a child.
Everything was full of life,
and all life was one. 
 
(...)
 
When the child was a child
it was the time of these questions:
Why am I me, and why not you?
Why am I here, and why not there?
When did time begin, and where does space end?
Isn't life under the sun just a dream?
Isn't what I see, hear and smell
only the illusion of a world before the world?
Does evil actually exist,
and are there people who are really evil?
How can it be that I, who am I,
didn't exist before I came to be
and that someday
the one who I am
will no longer be the one I am? 
 
Εύη Αβδελίδου 
 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ