Τοποθετημένο σε μια μεταπολεμική Αμερική όπου τα χρήματα είναι λίγα και οι στρατιωτικοί δυνάστες κυβερνούν, ένας ανατριχιαστικός ετήσιος διαγωνισμός καθηλώνει ένα ταραγμένο έθνος. Πενήντα αγόρια που επιλέγονται με κλήρωση συμμετέχουν σε έναν τηλεοπτικό μαραθώνιο αγνής θέλησης. Τα αγόρια πρέπει να περπατήσουν, και να συνεχίσουν να περπατούν, μέχρι να πέσουν. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, ή έστω και για λίγες στιγμές, πέσουν κάτω από το 3 μίλια/ώρα, λαμβάνουν μια προειδοποίηση. Τρεις προειδοποιήσεις και αποκλείονται. Μόνο ένας διαγωνιζόμενος μπορεί να κερδίσει. Αλλά ο νικητής παίρνει το απόλυτο έπαθλο: πλούτη πέρα από κάθε φαντασία και οποιαδήποτε ευχή επιθυμεί.
Αν προτιμάτε τα dystopian αφηγήματα σας λιτά και ανελέητα, τότε το The Long Walk είναι ακριβώς αυτό: μια σκοτεινές μαζί και mainstream ταινία, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ πριν 58 χρόνια.

Η ταινία δεν δίνει πολλές εξηγήσεις για το πώς και γιατί κάποιος θα δεχόταν να συμμετάσχει σε έναν τόσο άνισο αγώνα, ούτε αναπτύσσει σε βάθος την αυταρχική κοινωνία όπου διαδραματίζεται. Το σκηνικό παραπέμπει στην Αμερική της δεκαετίας του ’60, όμως αυτό λειτουργεί κυρίως ως φόντο. Στο κέντρο βρίσκεται ο Ray Garraty (Cooper Hoffman), ένας ευγενικός, καλόκαρδος χαρακτήρας, που αναπτύσσει δεσμό με τον Pete (David Jonsson). Η σχέση τους αποτελεί και την ψυχή της ιστορίας, φυσικές ερμηνείες, αλλά και κρυμμένα τραύματα να αναδύονται στην πορεία.
Η ατμόσφαιρα στην αρχή θυμίζει Stand By Me, με τους νεαρούς να περπατούν, να μιλούν για τα πάντα και το τίποτα, να αστειεύονται και να συγκρούονται. Σταδιακά, όμως, το καλαμπούρι δίνει τη θέση του στη φρίκη, καθώς οι στρατιώτες υπό την ηγεσία ενός υπερβολικά φωνακλά διοικητή (Mark Hamill) εκτελούν αδιάκοπα όσους κουράζονται. Οι σκηνές θανάτου αποτυπώνονται με ρεαλισμό και βίαιη λεπτομέρεια.
Ο King έγραψε το βιβλίο στη σκιά του πολέμου στο Βιετνάμ, και η ιστορία τότε μιλούσε για την τυχαιότητα της σφαγής αλλά και τους δεσμούς συντροφικότητας μεταξύ νέων ανδρών. Σήμερα, σε μια εποχή με σειρές όπως Squid Game ή The Hunger Games, το στοίχημα είναι αν το ίδιο μοτίβο μπορεί να έχει αντίστοιχη δύναμη. Ο Francis Lawrence, που έχει σκηνοθετήσει αρκετά Hunger Games, εδώ επιλέγει πιο απέριττη προσέγγιση: με μια άδεια, αγροτική Αμερική, γυρισμένη με οπτική που θυμίζει φωτογραφίες του William Eggleston.

Ωστόσο, η ταινία αφήνει αναπάντητα ερωτήματα και παραλείπει λεπτομέρειες της ίδιας της δοκιμασίας. Αναφέρεται ότι η πορεία μεταδίδεται τηλεοπτικά, αλλά το στοιχείο αυτό εγκαταλείπεται. Μικρά πρακτικά ζητήματα εμφανίζονται, αλλά δεν επανέρχονται ποτέ. Έτσι, το ενδιαφέρον στηρίζεται αποκλειστικά στους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους.
Το The Long Walk προσπαθεί να λειτουργήσει σαν κράμα buddy movie και ταινίας τρόμου, ή καλύτερα σαν πολεμικό δράμα χωρίς πόλεμο. Παρ’ όλα αυτά, η ταινία απαιτεί από τον θεατή να κλείσει τα μάτια σε κενά και ανακολουθίες, και να παραδοθεί στην εμπειρία. Ίσως, όπως θα έλεγε κανείς παραφράζοντας το κλισέ, ο πραγματικός «θησαυρός» να είναι οι φιλίες που δημιουργήθηκαν καθ’ οδόν – ακόμη κι αν οι περισσότεροι φίλοι καταλήγουν εκτελεσμένοι εν ψυχρώ.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων