"Man on fire": Η μελαγχολία της εκδίκησης
Το Man on Fire μεταφέρει ξανά στη μικρή οθόνη τον διάσημο ήρωα του Α. Τζ. Κουίνελ μετά την ταινία του Τόνι Σκοτ το 2004 με τον Ντενζέλ Ουάσινγκτον στον κεντρικό ρόλο, αλλά αυτή τη φορά επιλέγει έναν πιο σκοτεινό και δραματικό δρόμο. Με τον Γιαχία Αμπντούλ-Ματίν Β΄ σε εξαιρετική φόρμα, η σειρά προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο εκρηκτικό θρίλερ δράσης και στο ψυχολογικό δράμα τραύματος, πετυχαίνοντας συχνά περισσότερα απ’ όσα θα περίμενε κανείς.
ΣΧΕΤΙΚΑ"The Boroughs": Ένα Stranger Things για την τρίτη ηλικία
Το Man on Fire κρατά το κοινό αφηγηματικό μοντέλο με αρκετές άλλες σειρές, με ορισμένα απίθανα κατορθώματα του πρωταγωνιστή, αλλά προσθέτει ψυχολογικό βάρος, ενοχές, μετατραυματικό στρες και μια μόνιμη αίσθηση πένθους. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά που δεν θέλει απλώς να σε εντυπωσιάσει με εκρήξεις και καταδιώξεις. Θέλει να σε κάνει να νιώσεις το ψυχικό κόστος πίσω από αυτές.
Ο Γιαχία Αμπντούλ-Ματίν Β΄ σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος εδώ και το κάνει εντυπωσιακά με μια ασκητική ερμηνεία.

Από την πρώτη εμφάνισή του καταλαβαίνεις ότι ο Κρίζι δεν είναι ο κλασικός ατρόμητος ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος που κουβαλάει διαρκώς το παρελθόν του. Η σειρά επιλέγει να κινηματογραφήσει τον πρωταγωνιστή ως φάντασμα που συνεχίζει να περπατά ανάμεσα στους ζωντανούς. Δεν είναι τυχαίο ότι η κάμερα συχνά τον απομονώνει μέσα στο κάδρο, εγκλωβίζοντάς τον σε άδειους χώρους, δωμάτια ξενοδοχείων ή νυχτερινούς δρόμους που μοιάζουν να καταπίνουν κάθε ανθρώπινη παρουσία. Η φυσική του παρουσία είναι επιβλητική, αλλά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η εσωτερική του ένταση. Μιλάει λίγο, παρατηρεί πολύ και μοιάζει διαρκώς έτοιμος να εκραγεί. Η ερμηνεία του δεν βασίζεται σε εκρήξεις συναισθήματος αλλά σε μια εσωτερική ένταση που διαπερνά ολόκληρη τη σειρά. Καταφέρνει να πείσει ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ικανός για οτιδήποτε.
Η δράση είναι άφθονη και συχνά ιδιαίτερα σκληρή. Υπάρχουν σκηνές που κάνουν τον θεατή να ανατριχιάσει όχι λόγω του αίματος αλλά λόγω της ωμής έντασης. Η σειρά δεν αντιμετωπίζει τη βία σαν βιντεοπαιχνίδι. Όταν κάποιος υποφέρει, το νιώθεις. Οι απειλές μοιάζουν αληθινές. Η σκηνοθετική προσέγγιση αρνείται τον θριαμβευτικό τόνο που συνοδεύει συνήθως το είδος. Οι σκηνές δράσης δεν λειτουργούν ως αποκορύφωμα ενθουσιασμού αλλά ως στιγμές σωματικής και ηθικής φθοράς. Η βία εδώ δεν είναι απελευθερωτική. Είναι κουραστική, βρόμικη, συχνά αποκρουστική. Ακόμη και όταν ο Κρίζι επιβάλλεται στους αντιπάλους του, η εικόνα δεν μεταδίδει αίσθηση νίκης. Παράλληλα, η σχέση του Κρίζι με την Πόε δίνει στη σειρά το συναισθηματικό της κέντρο. Η Μπίλι Μπουλέτ αποφεύγει τις εύκολες υπερβολές και δημιουργεί έναν χαρακτήρα που λειτουργεί ως αντίβαρο στη σκοτεινή φύση του πρωταγωνιστή. Οι σκηνές τους έχουν χημεία και προσφέρουν τις λίγες ανάσες σε μια ιστορία γεμάτη πόνο και απώλειες.
Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται και το βασικό πρόβλημα της σειράς.

Όσο περισσότερο επιμένει στο δράμα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αποδεχθεί κανείς τις υπερβολές της δράσης. Όταν ένας ήρωας παρουσιάζεται ως ψυχολογικά διαλυμένος και λίγα λεπτά αργότερα πραγματοποιεί σχεδόν υπερανθρώπινα κατορθώματα, η ισορροπία δοκιμάζεται. Και υπάρχουν αρκετές τέτοιες στιγμές. Ακολουθίες που θα ταίριαζαν άνετα σε ένα ξέφρενο καλοκαιρινό μπλοκμπάστερ εμφανίζονται μέσα σε μια κατά τα άλλα σοβαρή και μελαγχολική αφήγηση. Η σειρά δεν καταρρέει εξαιτίας τους, αλλά δημιουργείται μια αίσθηση ότι δύο διαφορετικές δημιουργίες προσπαθούν να συνυπάρξουν στο ίδιο σώμα.
Η παραγωγή είναι προσεγμένη, αξιοποιεί τόσο τις σκοτεινές γωνιές των φαβελών όσο και τα πολυτελή περιβάλλοντα όπου κινούνται οι πραγματικοί εγκέφαλοι της ιστορίας και παρουσιάει το Ρίο ως ένα πολύπλοκο αστικό τοπίο γεμάτο αντιθέσεις. Το Man on Fire δεν είναι η πιο διασκεδαστική σειρά δράσης της χρονιάς ούτε η πιο βαθιά δραματική εμπειρία. Είναι όμως μια αξιοσημείωτη προσπάθεια να συνδυαστούν δύο διαφορετικοί κόσμοι. Όταν λειτουργεί, προσφέρει ένταση, συγκίνηση και μερικές πραγματικά καθηλωτικές σκηνές. Και όταν παραπατά, παραμένει αρκετά φιλόδοξο ώστε να κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο.
Ορισμένες αφηγηματικές υπερβολές υπονομεύουν κατά καιρούς τη δραματική του σοβαρότητα. Ωστόσο, παραμένει μια ενδιαφέρουσα απόπειρα επαναπροσδιορισμού ενός εξαντλημένου είδους. Αντί να εξιδανικεύσει τον εκδικητή, τον παρουσιάζει ως τραυματισμένο απομεινάρι μιας εποχής που συνεχίζει να πιστεύει πως η βία μπορεί να διορθώσει όσα η κοινωνία αδυνατεί να θεραπεύσει.













ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων