Θα το βρείτε: Cosmote TV
Το “Cuckoo” ξεκινά σαν ψυχολογικός τρόμος, μετατρέπεται σε εφιάλτη επιστημονικής φαντασίας και καταλήγει σε κάτι εντελώς δικό του: μια αλλόκοτη, υστερική εμπειρία που δεν σταματά να γίνεται όλο και πιο παράξενη. Ο Τίλμαν Ζίνγκερ δεν ενδιαφέρεται να παίξει safe και αυτό είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο προτέρημα και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας. Παραδίδει ένα οπτικά εντυπωσιακό αλλά σεναριακά χαοτικό θρίλερ με το Cuckoo, όπου η Χάντερ Σέιφερ και ο Νταν Στίβενς προσπαθούν να σώσουν μια πλοκή που μπερδεύεται όσο περισσότερο προσπαθεί να βγάλει νόημα. Το αποτέλεσμα είναι ένα στυλιζαρισμένο rollercoaster που ξεκινά ως ατμοσφαιρικός εφιάλτης και καταλήγει σε μια μάλλον εκνευριστική σεναριακή σπαζοκεφαλιά.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της ταινίας είναι η ατμόσφαιρά της. Από τη στιγμή που η Γκρέτσεν φτάνει στις βαυαρικές Άλπεις μαζί με τον πατέρα της, τη νέα του σύζυγο και τη μικρή ετεροθαλή αδελφή της, νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Κι αυτό πριν καν εμφανιστούν οι παράξενες φιγούρες μέσα στη νύχτα ή οι ανατριχιαστικές κραυγές που σκίζουν τον αέρα.Ο Τίλμαν Ζίνγκερ κινηματογραφεί το θέρετρο σαν τόπο εγκλωβισμού. Όλα μοιάζουν υπερβολικά καθαρά, υπερβολικά ήσυχα, υπερβολικά ελεγχόμενα. Οι τεράστιοι διάδρομοι, τα ψυχρά δωμάτια και τα παγωμένα φώτα δημιουργούν μια αίσθηση μόνιμης δυσφορίας.

Και όταν τελικά ξεκινά ο τρόμος, το “Cuckoo” αποδεικνύεται εξαιρετικά αποτελεσματικό. Υπάρχουν σκηνές αγωνίας χτισμένες με αληθινή δεξιοτεχνία. Ο Ζίνγκερ ξέρει πότε να κρύψει κάτι μέσα στη σκιά και πότε να αφήσει τον ήχο να κάνει όλη τη δουλειά. Οι ξαφνικές κορυφώσεις δεν στηρίζονται μόνο σε δυνατές μουσικές εκρήξεις αλλά σε ρυθμό και προσμονή. Η ταινία παίζει συνεχώς με την αίσθηση ότι κάποιος βρίσκεται λίγο πιο πίσω από τη Γκρέτσεν, λίγο έξω από το κάδρο, λίγο πιο κοντά απ’ όσο θα έπρεπε.
Η Χάντερ Σέιφερ είναι ο βασικός λόγος που όλα αυτά λειτουργούν τόσο καλά. Η παρουσία της κουβαλά μια φυσική ευαισθησία που κάνει την ηρωίδα αμέσως συμπαθή. Δεν παίζει την “τρομοκρατημένη έφηβη” με υστερία. Παίζει ένα κορίτσι που πενθεί, εξαντλημένο και θυμωμένο, που βλέπει τους πάντες γύρω της να αγνοούν όσα συμβαίνουν. Και όσο η κατάσταση γίνεται πιο παράλογη, τόσο πιο απολαυστική γίνεται η σχεδόν ξερή ειρωνεία με την οποία αντιδρά. Απέναντί της, ο Νταν Στίβενς σε μια διασκεδαστικά ανατριχιαστική ερμηνεία. Ο Χερ Κένιγκ του είναι ένας τύπος που μοιάζει ικανός να σου προσφέρει ευγενικά καφέ την ίδια στιγμή που σχεδιάζει την ψυχολογική σου διάλυση. Ο Στίβενς απολαμβάνει ξεκάθαρα τον ρόλο και η ταινία απογειώνεται κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη.
Το πρόβλημα είναι ότι το “Cuckoo” αρχίζει να αποδυναμώνεται τη στιγμή που αποφασίζει να εξηγήσει τα πάντα. Μέχρι εκείνο το σημείο, η ταινία λειτουργεί σαν πυρετικός εφιάλτης. Μόλις όμως ξεκινά η αποκάλυψη της “αλήθειας”, το μυστήριο χάνει δύναμη. Όχι επειδή οι ιδέες είναι αδιάφορες, αλλά επειδή η ταινία δεν καταφέρνει ποτέ να τις οργανώσει σε κάτι πραγματικά συνεκτικό. Υπάρχει μια θεματική γύρω από το σώμα, τη γυναικεία αυτονομία και την κληρονομικότητα. Υπάρχουν υπαινιγμοί για έλεγχο, αναπαραγωγή και καταπίεση. Αλλά όλα αυτά παραμένουν μισοτελειωμένα, σαν ιδέες που η ταινία δεν ξέρει ακριβώς πώς να τις εξελίξει.

Παρ'όλα αυτά, ο Ζίνγκερ διαθέτει δυνατό αισθητικό ένστικτο για να αφήσει την ταινία να καταρρεύσει ολοκληρωτικά. Η φωτογραφία, οι ήχοι, οι αντανακλάσεις και οι αλλόκοτες επαναλήψεις δημιουργούν εικόνες που μένουν στο μυαλό. Η ταινία έχει χαρακτήρα. Σε μια εποχή όπου πολλά στούντιο τρόμου μοιάζουν κατασκευασμένα από επιτροπές μάρκετινγκ, το “Cuckoo” μοιάζει βγαλμένο από το μυαλό ενός δημιουργού με συγκεκριμένες εμμονές. Μπορεί αυτές οι εμμονές να μην οδηγούν πάντα σε καθαρές απαντήσεις, αλλά τουλάχιστον παράγουν εικόνες, ήχους και στιγμές που δεν μοιάζουν με τα συνήθη.
Για τους λάτρεις του στυλ, η ταινία είναι ένα οπτικό ποίημα, για όσους όμως αναζητούν μια υποτυπώδη σεναριακή συνοχή, η επίσκεψη σε αυτό το βαυαρικό θέρετρο μάλλον θα τους αφήσει με έναν έντονο πονοκέφαλο.
H Xάντερ Σέιφερ μας μίλησε για την ταινία στο Φεστιβάλ Βερολίνου.














ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων