Σύνοψη: Επιστρέφοντας στο σπίτι όπου η οικογένειά του δολοφονήθηκε βάναυσα κατά τη διάρκεια του πολέμου, «ο άντρας που αρνείται να πεθάνει» το διαλύει, το φορτώνει σε ένα φορτηγό και είναι αποφασισμένος να το ξαναχτίσει σε κάποιο ασφαλές μέρος προς τιμήν τους.
Όταν ο διοικητής του Κόκκινου Στρατού που σκότωσε την οικογένειά του επιστρέφει αποφασισμένος να ολοκληρώσει το έργο του, ακολουθεί μια αμείλικτη, εντυπωσιακή καταδίωξη σε όλη τη χώρα - ένας αγώνας μέχρι θανάτου.
Άποψη: Το Sisu: Road to Revenge κάνει αυτό που πρέπει να κάνει κάθε σωστό sequel: παίρνει ό,τι λειτούργησε την πρώτη φορά και το ωθεί στα άκρα. Περισσότερη δράση, περισσότερη τρέλα, περισσότερο αίμα: η ταινία είναι από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή μια κλιμακωτή σειρά από set pieces που θυμίζουν Mad Max: Fury Road σε έκδοση φινλανδικής βαρβαρότητας και μαύρου χιούμορ.

Η πλοκή είναι τόσο απλή που σχεδόν εξαφανίζεται: ο Άαταμι Κόρπι (Γιορμα Τόμιλα) επιστρέφει μετά τον πόλεμο σε ένα σπίτι-φάντασμα. Το ξηλώνει σαν να ήταν Ikea κατασκευή και το φορτώνει σε ένα θηριώδες όχημα. Θέλει να το μεταφέρει κάπου αλλού για μια νέα αρχή — κάτι που φυσικά σημαίνει ότι ο ήρωας περνάει σχεδόν ολόκληρη την ταινία οδηγώντας ένα φορτηγό γεμάτο τεράστιες ξύλινες δοκούς, ενώ Ρώσοι στρατιώτες προσπαθούν επίμονα να τον σκοτώσουν.
Εισάγεται έτσι ο νέος supervillain: ο Ίγκορ Ντράγκανοβ, ερμηνευμένος από τον Στίβεν Λανγκ, ο οποίος κάνει ξεκάθαρο από την πρώτη εμφάνιση ότι το διασκεδάζει. Ο χαρακτήρας του είναι ο τύπος κακού που μπαίνει σε μια ταινία δράσης και ανεβάζει απλώς τα πάντα κατά δέκα μονάδες.
Από εκεί και πέρα, το Sisu 2 ουσιαστικά είναι ένα συνεχές κυνήγι. Ο Κόρπι και το φορτίο του σε φυγή, ο Ντράγκανοβ και οι στρατιώτες του από πίσω. Η ταινία είναι χωρισμένη σε κεφάλαια με τίτλους όπως “Motor Mayhem”, το οποίο κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται: μάσκες, μοτοσικλέτες, εκρήξεις, κορμιά να εκτοξεύονται — και όλα με την απολαυστική αυτοπεποίθηση ενός δημιουργού που ξέρει ότι το κοινό του θέλει υπερβολή.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η ταινία δεν εξαντλείται. Εκεί που νομίζεις ότι είδες την κορυφαία σκηνή, έρχεται η επόμενη. Η φυσική δεν παίζει κανέναν ρόλο εδώ. Ένας θεατής που θα κάνει το λάθος να ρωτήσει “μα γίνεται αυτό;” είναι ήδη εκτός κλίματος.

Ο Χελάντερ δεν φοβάται τον παραλογισμό. Αντίθετα, τον αγκαλιάζει. Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν, ειδικά στην εναλλαγή ανάμεσα σε cartoon violence και απόλυτη σιωπή. Η δυναμική φωτογραφία του Μίκα Ορασμαά δίνει στη δράση όλη την ενέργεια που χρειάζεται: γρήγορα cut, καθαρές γραμμές κίνησης, σκηνές που μοιάζουν με Looney Tunes φτιαγμένα από σάρκα και αίμα. Σε ένα σημείο, ο Κόρπι πρέπει να περάσει ανάμεσα από κοιμισμένους στρατιώτες — καθαρός Μπάστερ Κίτον. Σε άλλο σημείο, χρησιμοποιεί τις δοκούς στο φορτηγό του για να ρίξει ένα αεροπλάνο — καθαρή κινηματογραφική παράνοια.
Οι ερμηνείες; Ο Τόμιλα παραμένει νατουραλιστικά άψυχος, ο Λανγκ κλέβει κάθε σκηνή. Το Sisu: Road to Revenge λειτουργεί γιατί δεν προσποιείται ότι σε νοιάζει η κατάληξη. Ξέρεις ότι ο ήρωας θα επιβιώσει. Ξέρεις ότι ο κακός θα έχει την πιο “βίαιη και δίκαιη” τιμωρία. Αυτό που μετράει είναι τα εμπόδια στη διαδρομή — τα οποία η ταινία μετατρέπει σε σχεδόν υπαρξιακά τεστ αντοχής.
Και στο τέλος, όταν “οι δοκοί γίνονται ενθύμιο, μετά σωσίβιο, μετά μια νέα αρχή”, η ταινία βρίσκει μια περίεργη, απροσδόκητη γλυκύτητα. Όχι επειδή γίνεται ευαίσθητη — αλλά επειδή αναγνωρίζει ότι ακόμα και στον πιο υπερβολικό κινηματογραφικό μύθο, η αρχή και το τέλος είναι πάντα το ίδιο πράγμα: η επιβίωση. Το Sisu: Road to Revenge είναι μια υπενθύμιση ότι το σινεμά δράσης, όταν αντιμετωπίζεται ως καθαρή φόρμα, μπορεί να γίνει υψηλή τέχνη.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων