Σύνοψη: Το καλοκαίρι αφού έχει δώσει Πανελλήνιες, η Άλκηστις θα πρέπει να συμφιλιωθεί με την απώλεια των αγαπημένων της… έμβιων οργανισμών, του σπιτιού και της παιδικότητάς της, βιώνοντας παράλληλα τις πρώτες ερωτικές ανησυχίες. Όλα αυτά με φόντο την υπό gentrification «Αθηναϊκή Ριβιέρα».
Άποψη: Υπάρχουν ορισμένες ευδιάκριτες τάσεις στο σύγχρονο, post – weirdwave ελληνικό σινεμά: όψη «αμερικάνικο indie», εστίαση σε προβοκατόρικους ή/και quirky χαρακτήρες νεαρών γυναικών που αμφισβητούν τις παραδοσιακές νόρμες επιτέλεσης της θηλυκότητας, αντικαπιταλιστικές ανησυχίες του (συνήθως gen z) πρεκαριάτου, καθήλωση σε μια μακρά, πιτερπανίζουσα εφηβεία – ενίοτε με συνοδά συμπτώματα συναισθηματικής εξάρτησης από πρόσωπα και καταστάσεις.
Είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον για την οικονομία της εγχώριας κινηματογραφικής ιστορίας το γεγονός πως τέσσερις δημιουργοί (Έλληνες και… «σχεδόν Έλληνες» βάσει συνεργασιών και ερμηνευτικών βραβεύσεων), η Αριάν Λαμπέντ, ο Χάρης Ραφτογιάννης, ο Ορφέας Περετζής κι ο Βασίλης Κεκάτος, πραγματοποίησαν το μεγάλου μήκους μυθοπλαστικό ντεμπούτο τους τη διετία 2024/2025, προσφέροντας καθένας/καθεμία κι από μία απάντηση στο «μετά το weird wave τι;».

Όλοι τους με μια πολύ προσωπική κινηματογραφική γλώσσα, η οποία τικάρει διαφορετικά κάθε φορά κουτάκια ανάλογα με τον/την δημιουργό, άλλοτε σαφώς επηρεασμένη από το weirdness της προηγούμενης δεκαετίας κι άλλοτε «απλώς» νεανικά προλεταριακή και «ενσυναισθητική».
Ο βραβευμένος μικρομηκάς, Ορφέας Περετζής, εμφανίζεται μάλλον ο πιο πολυσυλλεκτικός από τους τέσσερις, μιας και η Ριβιέρα του διαθέτει και αντιτεχνοκρατισμό (όπως το Ποτάμι) και ηρωίδες «αυθάδεις», οι οποίες κάνουν μικροκλοπές σε καταστήματα (όπως στις Άγριες Μέρες μας) και ενίοτε δεν πληρούν τα αισθητικά και επικοινωνιακά «γυναικεία» πρότυπα (όπως στο September Says).
Με την Λαμπέντ μοιράζεται και την ίδια διερεύνηση των quirky όψεων της γυναικείας ψυχικής πολυπλοκότητας, ταυτόχρονα όμως υπονομεύει τα πατριαρχικά standards και με «κεκατικές» ηρωίδες εξωστρεφούς σεξουαλικότητας. Το δίπολο π.χ. «Άλκηστις – κολλητή φίλη της» που πλάθει, μ’όλη του τη σχηματικότητα, είναι ένα ανάγλυφο σχόλιο πάνω στο πόσο «στο ζύγι» μπαίνει η γυναικεία αυτοδιάθεση και αυτοπεριποίηση: <<ούτε ισχνή αλλά ούτε και ιδιαίτερα εμφανής>>, γιατί και στις δύο περιπτώσεις η κριτική από το male gaze θα είναι ισοπεδωτική.

Διατηρούμε μερικές αμφιβολίες για το κατά πόσο το βρισίδι, η μικροπαραβατικότητα ή οι αισθητικές επιλογές (π.χ. αξύριστες μασχάλες αλλά ουδέποτε αξύριστα πόδια) των γυναικείων ηρωίδων είναι ο δρόμος απ’ τον οποίο θα περάσει το πολυπόθητο female gaze (έστω κι αν πραγματώνεται από άντρες σκηνοθέτες) κι όχι μια ακόμα φασαίικη πόζα.
Εντούτοις το βασικό πρόβλημα της Ριβιέρας δεν είναι τόσο αυτό όσο το ότι προσπαθεί να υπερσυμπυκνώσει μια σειρά από ταξικούς, οικογενειακούς και διαπροσωπικούς προβληματισμούς στο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριάς του, καταλήγοντας να δημιουργήσει περισσότερο μια Άλκηστη – σύμβολο παρά μια ψηλαφητή, relatable ηρωίδα.
Σκηνοθετικό ταλέντο υπάρχει αναμφισβήτητα, όπως και υψηλή κινηματογραφική αισθητική. Μόνο που το μεταβολισμένο weirdness που προσφέρεται ίσως χρειάζεται λίγο ακόμα «ζύμωμα», μέχρι να υπερβεί την εκζήτησή του προς όφελος μιας εξίσου διεισδυτικής γραφής.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων