Σύνοψη: Ένας Ιρλανδός ναυτικός, ο Μάικλ Ο' Χάρα, συναντά στο Σέντραλ Παρκ την όμορφη ξανθιά Έλσα και τη σώζει από την επίθεση τριών κακοποιών. Συνοδεύοντάς την σπίτι της, γνωρίζει το σύζυγό της, το δικηγόρο Άρθουρ Μπάνιστερ, που έχει μια ελαφρά αναπηρία. Καθώς πρόκειται να πάνε στο Σαν Φρανσίσκο με το γιοτ τους του προσφέρουν δουλειά και ο Μάικλ δέχεται. Στο γιοτ βρίσκεται και ο συνέταιρος του Άρθουρ, ο Τζορτζ Γκρίσμπι, που πείθει τον Μάικλ να τον βοηθήσει να σκηνοθετήσει το θάνατό του, έναντι αδρής αμοιβής. Ο Μάικλ που σχεδιάζει με τα χρήματα να το σκάσει με την Έλσα, την οποία έχει ερωτευτεί, δέχεται και υπογράφει μια ομολογία της “δολοφονίας”. Στην υπόθεση παρεμβαίνει ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο Σίντνεϊ Μπρουμ, ο οποίος έχει μάθει ότι το παραγματικό σχέδιο του Γκρίσμπι είναι να δολοφονήσει τον Μπάνιστερ και να ενοχοποιήσει τον Μάικλ, ενώ ο ίδιος θα θεωρείται νεκρός. Ωστόσο, αυτός που τελικά δολοφονείται είναι ο Γκρίσμπι και ο Μάικλ συλλαμβάνεται, εφόσον μάλιστα υπάρχει και η ομολογία του. Την υπεράσπισή του αναλαμβάνει ο Μπάνιστερ, που μετατρέπει τη δίκη σε φάρσα.
Ο Μάικλ δραπετεύει και μαζί με την Έλσα καταφεύγουν σε ένα θέατρο της Τσάινα Τάουν. Εκεί ο Μάικλ καταλαβαίνει ότι αυτή είναι που σκότωσε τον Γκρίσμπι. Η Έλσα, μαζί με κάποιους Κινέζους φίλους της, τον μεταφέρουν αναίσθητο σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες, όπου του ομολογεί ότι το αρχικό σχέδιο ήταν να σκοτώσουν μαζί με τον Γκρίσμπι τον άντρα της, αλλά η παρέμβαση του Μπρουμ τους χάλασε τα σχέδια. Φτάνει και ο Μπάνιστερ και οι δύο σύζυγοι ανταλλάσσουν πυροβολισμούς, σε μια θεαματική σκηνή, όπου τα πάντα πολλαπλασιάζονται από τους καθρέφτες. Ο Μάικλ κατορθώνει να διαφύγει, σίγουρος ότι θα μπορέσει να αποδείξει την αθωότητά του.

Άποψη: Υπάρχουν νουάρ που λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένοι μηχανισμοί και υπάρχουν νουάρ που μοιάζουν έτοιμα να καταρρεύσουν ανά πάσα στιγμή. Το The Lady from Shanghai ανήκει στη δεύτερη κατηγορία — και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ακαταμάχητη γοητεία του. Ο Όρσον Γουέλς παραδίδει ένα φιλμ χαοτικό, αισθησιακό, παράξενο και τελικά μαγνητικό, όπου κάθε σκηνή μοιάζει να γεννιέται από την ίδια την απόλαυση του κινηματογράφου.
Να προσπαθεί κανείς να «εξηγήσει» την πλοκή του The Lady from Shanghai, είναι μάλλον μάταιο και αχρείαστο. Όχι επειδή είναι πολύπλοκη με τη σχολαστική έννοια ενός αστυνομικού γρίφου, αλλά επειδή ο Όρσον Γουέλς μοιάζει να ενδιαφέρεται ελάχιστα για τη λογική συνοχή της. Το φιλμ προχωρά σαν μεθυσμένη περιπλάνηση: άνθρωποι προδίδουν ο ένας τον άλλον, σχέδια αλλάζουν μέσα σε μία σκηνή, φόνοι οργανώνονται με τρόπο σχεδόν αυτοσχεδιαστικό και η αφήγηση καταλήγει να λειτουργεί περισσότερο σαν παραισθητική εμπειρία παρά σαν κλασικό χολιγουντιανό θρίλερ. Και όμως, δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του.
Ο Γουέλς μπαίνει στην ταινία σαν φυσική δύναμη. Ως Μάικλ Ο’Χάρα, ο Ιρλανδός ναυτικός που μπλέκει με πλούσιους, διεφθαρμένους ανθρώπους και φυσικά με μια γυναίκα που δεν θα έπρεπε ποτέ να εμπιστευτεί, δίνει ίσως την πιο χαλαρή και γοητευτική ερμηνεία της καριέρας του. Δεν παίζει σαν «μεγάλος δημιουργός» που θέλει να επιβληθεί πάνω στο υλικό. Αντίθετα, αφήνεται να παρασυρθεί μέσα στον κόσμο της ταινίας με σχεδόν παιγνιώδη διάθεση. Η φωνή του, το ειρωνικό χαμόγελο, η κουρασμένη ρομαντική ενέργεια που κουβαλά: όλα δημιουργούν έναν ήρωα που ξέρει από την αρχή ότι βαδίζει προς την καταστροφή αλλά συνεχίζει έτσι κι αλλιώς.

Και μετά υπάρχει η Ρίτα Χέιγουορθ.
Το σινεμά σπάνια υπήρξε τόσο εμμονικό απέναντι σε μια σταρ όσο εδώ. Η εμφάνισή της στο The Lady from Shanghai παραμένει σχεδόν σοκαριστική ακόμη και σήμερα, ειδικά αν θυμηθεί κανείς ότι το κοινό την είχε ταυτίσει με τη φλογερή κόκκινη κόμη και την εκτυφλωτική λάμψη των προηγούμενων ρόλων της. Ο Γουέλς την εμφανίζει ξανθιά, παγωμένη, μυστηριώδη, σαν γυναίκα που έχει ήδη μετατραπεί σε φάντασμα του ίδιου της του μύθου. Η χημεία ανάμεσα στους δύο είναι ηλεκτρισμένη ακριβώς επειδή μοιάζει επικίνδυνη. Ξέρεις ότι πίσω από κάθε σκηνή κουβαλιέται η πραγματική διάλυση της σχέσης τους και αυτό δίνει στο φιλμ μια σχεδόν αμήχανη ένταση. Πρακολουθείς δύο σταρ να μετατρέπουν την προσωπική τους σύγκρουση σε κινηματογραφική ενέργεια.
Οπτικά, η ταινία ξεχειλίζει από ιδέες. Ακόμη και στις στιγμές όπου φαίνεται ανολοκλήρωτη — αποτέλεσμα των περιβόητων περικοπών του στούντιο — υπάρχει τέτοια δύναμη στη σκηνοθεσία που το βλέμμα δεν προλαβαίνει να σταθεί στις αδυναμίες. Ο Γουέλς κινηματογραφεί τα πάντα σαν να θέλει να δοκιμάσει κάθε πιθανό κινηματογραφικό τέχνασμα μέσα σε μία μόνο ταινία. Γωνίες λήψης που παραμορφώνουν πρόσωπα, σκιές που καταπίνουν χαρακτήρες, πλάνα που μοιάζουν να λιώνουν μέσα στο σκοτάδι, παράξενα κοψίματα στο μοντάζ που κάνουν τις σκηνές να μοιάζουν ημιτελείς με τρόπο σχεδόν υπνωτιστικό. Και φυσικά υπάρχει το φινάλε στην αίθουσα με τους καθρέφτες — μία από τις σπουδαιότερες σκηνές που γυρίστηκαν ποτέ στο αμερικανικό σινεμά. Ακόμη κι αν κάποιος δεν έχει δει ολόκληρη την ταινία, κουβαλά μέσα του αυτή την εικόνα: πρόσωπα να πολλαπλασιάζονται, αντανακλάσεις να θρυμματίζονται, σφαίρες να διαλύουν είδωλα αντί για ανθρώπους. Είναι μία σκηνή τόσο επιδραστική που σχεδόν κάθε μεταγενέστερο θρίλερ τής χρωστά κάτι, από το αστυνομικό σινεμά των δεκαετιών του ’70 και του ’80 μέχρι τα νεονουάρ των τελευταίων χρόνων.

Αυτό που κάνει όμως το The Lady from Shanghai πραγματικά ξεχωριστό δεν είναι μόνο η αισθητική του τόλμη. Είναι η αίσθηση ότι βλέπεις μια ταινία που παλεύει να υπάρξει. Οι περικοπές της Columbia είναι εμφανείς. Υπάρχουν αφηγηματικά κενά, σκηνές που μοιάζουν να τελειώνουν απότομα, χαρακτήρες που αλλάζουν στάση χωρίς σαφή μετάβαση. Σε μια συμβατική ταινία αυτά θα ήταν καταστροφικά προβλήματα. Εδώ, παραδόξως, λειτουργούν υπέρ της ατμόσφαιρας. Το φιλμ αποκτά την ποιότητα ενός ονείρου που συνεχώς σου ξεφεύγει.
Και εκεί κρύβεται το μεγαλείο του Γουέλς: στην ικανότητά του να μετατρέπει ακόμη και την καταστροφή σε στυλ. Άλλοι σκηνοθέτες θα είχαν χαθεί μέσα σε μια τόσο ταραγμένη παραγωγή. Ο Γουέλς αντίθετα μοιάζει να τρέφεται από το χάος. Το The Lady from Shanghai δεν έχει την αυστηρή τελειότητα του Citizen Kane, ούτε τη συμπαγή δύναμη του Touch of Evil. Είναι πιο άγριο, πιο ασταθές, πιο αλλόκοτο. Πιο συναρπαστικό.
«Δεν φτιάχνουν πια ταινίες σαν κι αυτή», λέγεται συχνά υπερβολικά εύκολα για κλασικά φιλμ. Στην περίπτωση του The Lady from Shanghai, όμως, η φράση μοιάζει απολύτως ακριβής. Γιατί πραγματικά κανείς σήμερα δεν θα μπορούσε να γυρίσει κάτι τόσο χαοτικό και ταυτόχρονα τόσο μαγευτικό.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων