Σύνοψη: Η αφήγηση ξεκινά στο Ναγκασάκι το 1964. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, αρχηγού μιας συμμορίας Γιακούζα, ο δεκατετράχρονος ταλαντούχος Κικούο γίνεται προστατευόμενος ενός διάσημου ηθοποιού του θεάτρου Καμπούκι. Μαζί με τον Σουνσούκε, τον γιο του ηθοποιού, αποφασίζει να αφιερώσει τη ζωή του σε αυτό το παραδοσιακό θεατρικό είδος.
Για δεκαετίες, οι δύο νέοι μεγαλώνουν και εξελίσσονται μαζί, από τη σχολή έως τα μεγαλύτερα θέατρα του της Ιαπωνίας, μέσα σε δόξα, αποθέωση και σκάνδαλα, αδερφοσύνη και προδοσίες. Ένας από τους δύο θα γίνει ο σπουδαιότερος ηθοποιός της τέχνης του Καμπούκι.
Άποψη: Η αληθινά σαρωτική εμπορική επιτυχία του φιλμ του Sang-il Lee εντός ιαπωνικών συνόρων δεν εξηγείται μονάχα από τη βαθιά κατάδυση που επιχειρεί στον κόσμο του θεάτρου καμπούκι, με τρόπο ομολογουμένως σαγηνευτικό, αλλά και από το γεγονός πως πρόκειται για ένα διαγενεακό έπος έντονων συναισθημάτων και διακυμάνσεων, από αυτά που αγαπάει το κοινό και που δυστυχώς σπανίζουν όλο και περισσότερο στο σινεμά σήμερα.

Κι ενώ ενίοτε δεν αποφεύγεται μια τάση προς μια μελοδραματική υπερβολή στη σκηνοθετική απόδοση, το στοίχημα κερδίζεται επειδή η αφήγηση είναι συναρπαστική, με τις σχεδόν τρεις ώρες της διάρκειας να ρέουν χωρίς καμία “κοιλιά” στο ενδιάμεσο.
Από τις πλέον σωστές δημιουργικές αποφάσεις του σεναρίου είναι ότι δεν προσπαθεί να κάνει “νιανιά” την τέχνη του καμπούκι για τον σινεφίλ που δεν είναι μυημένος με επεξηγήσεις και ορολογίες. Αφήνει τις ίδιες τις παραστάσεις και τις ερμηνείες των ηθοποιών πάνω στη σκηνή να κάνουν τη δουλειά, να μεταδώσουν την όλη εμπειρία και να την κάνουν κατανοητή σε όποιον δεν γνωρίζει μέσω της αισθητικής και του ακατέργαστου συναισθήματος που εκπέμπεται.
Οι δύο πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες είναι μεν απλοί όσον αφορά την ψυχολογική τους σκιαγράφηση, όχι όμως απλοϊκοί, από την άποψη ότι δεν συμπεριφέρονται προβλέψιμα εντός των πλαισίων της πλοκής, άρα προκύπτει δραματουργικό ενδιαφέρον μέσα από τα πεπραγμένα τους, ακόμη και αν οι ίδιο περιγραφικά είναι απλά δυο συνηθισμένοι νεαροί με αξιοσημείωτο ερμηνευτικό ταλέντο που καλούνται να αντιμετωπίσουν μεγάλες προσωπικές δυσκολίες σε βάθος δεκαετιών. Ακόμη και το φαινομενικά αρκετά σχηματικό εύρημα των παραστάσεων που ανεβάζονται και που αντικατοπτρίζουν την πορεία των δύο ηρώων σε μια δεδομένη στιγμή λειτουργεί πολύ καλύτερα από το αναμενόμενο, γιατί βοηθάει και στον ανεπίσημο διαχωρισμό της ιστορίας σε κεφάλαια, άρα και σε καλύτερη αφομοίωσή της από τον εκάστοτε θεατή.

Πάρα πολύ βοηθάει και η άτυπη ερμηνευτική κόντρα ανάμεσα στους Ryô Yoshizawa και Ryûsei
Ο πρώτος επιστρατεύει ως επί το πλείστον χαμηλούς τόνους, βγάζοντας προς τα έξω μια ενέργεια ήρεμης δύναμης που καλύπτει εσκεμμένα την υπέρμετρη φιλοδοξία του άντρα που ενσαρκώνει, αλλά και την ευαλωτότητά του που δεν πρέπει να φανεί για να μην υπάρξει η πιθανότητα στοχοποίησης. Ο δεύτερος είναι σαφέστατα περισσότερο εξωστρεφής, παρορμητικός, αποκαλύπτεται όμως στην πορεία ότι και αυτό το μοτίβο μάλλον είναι μια προστασία για να μην πληγωθεί ο ήρωάς του από συμβάντα που αδυνατεί να ελέγξει.
Και μέσα από αυτήν την τάση που ακολουθούν αμφότεροι οι πρωταγωνιστές, το “προσωπείο” δηλαδή για να μην εκτεθούν οι πιο τρωτές πλευρές τους, επεκτείνεται και ο γενικότερος προβληματισμός του σεναρίου σχετικά με το πού σταματάει η τέχνη και πού αρχίζει η ζωή, από τη στιγμή που και στα δύο πεδία οι ρόλοι (και όχι η αλήθεια) είναι κανονικότητα.
Πρόκειται για ένα φιλμ άκρως προσβάσιμο, παρότι καταπιάνεται με μια εξειδικευμένη θεματολογία, καθώς καλύπτει διαστάσεις της ευρύτερης ανθρώπινης εμπειρίας που έχουν τη δυνατότητα να μιλήσουν στους πάντες, αλλά το ευτυχές είναι ότι η mainstream ιδιότητά του δεν συνεπάγεται εκπτώσεις στην καλλιτεχνική του ποιότητα. Το σίγουρο είναι πως αξίζει να ανακαλυφθεί ανάμεσα στην ποικιλία των διαθέσιμων τίτλων εκεί έξω.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων