Στέλαν Σκάρσγκαρντ: "Xωρίς ρίσκα, τίποτα καλό δεν πρόκειται να συμβεί!"

Δημοσίευση: 8 Νοε. 2019, 21:28
Συντάκτης:

O Στέλαν Σκάρσγκαρντ, ο 67χρονος Σουηδός ηθοποιός έχει μια συναρπαστική καριέρα που ξεκίνησε το 1972 και συνεχίστηκε με αξιομνημόνευτους ρόλους σε ταινίες σκηνοθετών, όπως ο Λαρς Φον Τρίερ και ο Ντέιβιντ Φίντσερ, συμμετοχές σε blockbuster, όπως «Οι Πειρατές της Καραϊβικής» και «Οι Εκδικητές» της Marvel, αλλά και πέντε συνεργασίες με τον Νορβηγό σκηνοθέτη Χανς Πέτερ Μόλαντ.

Η τελευταία συνεργασία τους με τίτλο «Out Stealing Horses», βασισμένη στο ομώνυμο best seller του Περ Πέτερσον, συμμετείχε στο Διαγωνιστικό Τμήμα της 69ης Berlinale, όπου ο διευθυντής φωτογραφίας της Ράσμους Βίντεμπεκ απέσπασε το Βραβείο Καλλιτεχνικού Επιτεύγματος της διοργάνωσης για την πραγματικά εκπληκτική δουλειά του.

Στην ταινία που προβάλλεται από αυτή την εβδομάδα στις ελληνικές αίθουσες, ο Σκάρσγκαρντ υποδύεται έναν μοναχικό άντρα που έχει αποσυρθεί σε ένα μικρό χωριό της Νορβηγίας μετά τον θάνατο της γυναίκας του. Μια τυχαία συνάντηση θα τον κάνει να αρχίσει να αναπολεί ένα σημαδιακό καλοκαίρι της εφηβικής του ηλικίας και το πώς αυτό καθόρισε τη σχέση με τον πατέρα του και, κατά συνέπεια, τον ίδιο ως ενήλικα.

Στα πλαίσια του Φεστιβάλ, είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε τον Σκάρσγκαρντ και η απολαυστική συζήτηση, που ξεκίνησε με θέμα τη νέα του ταινία αλλά έφτασε μέχρι τη σχέση γονιών-παιδιών και την άνοδο του ρατσισμού στην Ευρώπη, ακολουθεί παρακάτω:

Θα μπορούσατε να μας πείτε μερικά πράγματα για τον χαρακτήρα που υποδύεστε στο «Out Stealing Horses»;

Ο χαρακτήρας μου στην ταινία είναι περισσότερο μια πηγή αναμνήσεων, δεν υποδύθηκα όλες τις πτυχές της ζωής του. Οι αναμνήσεις είναι η ουσία του χαρακτήρα αυτού, η οποία βρίσκεται στα flashback, στα οποία δεν εμφανίζομαι εγώ.

Είναι σημαντικό για εσάς το να γνωρίζετε ακριβώς το πώς θα μεταφερθεί στην οθόνη ένα τόσο πολύπλοκο σενάριο ή σας αρκούν οι σελίδες του σεναρίου;

Με ένα σενάριο σαν κι αυτό δεν μπορείς να γνωρίζεις εξαρχής τι θα κοπεί και τι όχι στο μοντάζ. Κανείς δεν ξέρει μέχρι να αρχίσει η διαδικασία του editing, η οποία είναι πολύ δύσκολη όταν έχεις να κάνεις με ένα τέτοιου είδους φιλμ που επιχειρεί να δημιουργήσει μια κινηματογραφική εκδοχή της ποιητικής γλώσσας και των πλούσιων περιγραφών της φύσης που χαρακτηρίζουν την πένα του Περ Πέτερσον. Αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούν να φανούν μόνο από το σενάριο. Συνεπώς, ξέραμε ότι θα υπάρχουν flashback, αλλά δεν γνωρίζαμε πού και πότε ακριβώς θα παρεμβάλλονται στην ιστορία. Πρέπει επίσης να παίζεις με διαφορετικές «θερμοκρασίες» σε κάθε σκηνή, έτσι ώστε ο μοντέρ να μπορεί να έχει επιλογές όταν θα έρθει η ώρα. Η συγκεκριμένη ταινία ήταν σίγουρα η πιο πολύπλοκη σε θέμα μοντάζ στην καριέρα του Μόλαντ. Κι αυτό γιατί όταν δημιουργείς την ταινία στον πάγκο του μοντάζ, η γραμμή που χωρίζει την επιτυχία από την αποτυχία είναι πολύ λεπτή.

Σας έκανε το φιλμ να αναπολήσετε καλοκαίρια της παιδικής σας ηλικίας;

‘Όταν διάβασα το βιβλίο, χρόνια πριν πέσει στα χέρια μου το σενάριο, δεν σκέφτηκα καθόλου τη δική μου παιδική ηλικία, με ρούφηξε εντελώς ο κόσμος του Πέτερσον και ζούσα μέσα στο βιβλίο καθώς το διάβαζα. Όταν το τελείωσα, δεν έκανα κάποια σύνδεση με τις δικές μου αναμνήσεις. Όταν πήρα στα χέρια μου το σενάριο, δεν επέστρεψα στο βιβλίο για να το χρησιμοποιήσω ως σημείο αναφοράς. Δούλεψα με το σενάριο. Θυμόμουν πολύ καλά τα χρώματα, τον τόνο και τις μυρωδιές του βιβλίου, είναι πραγματικά ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Πριν αναλάβει το φιλμ ο Χανς Πέτερ είχαν γίνει κι άλλες προσπάθειες να μεταφερθεί το βιβλίο στον κινηματογράφο. Όμως, το λάθος σε αυτές ήταν ότι επικεντρωνόντουσαν σε όσα συμβαίνουν στο βιβλίο, τα οποία όμως δεν είναι αρκετά για να δημιουργήσουν το σενάριο μιας ταινίας. Η ουσία του βιβλίου είναι η ποιητική γλώσσα του Πέτερσον και το σενάριο του Χανς Πέτερ ήταν κοντά σε αυτήν.

Είστε άνθρωπος της φύσης;

Όχι! Ο Χανς Πέτερ Μόλαντ είναι όμως. Εμένα μου αρέσει η πόλη, ο ρυθμός της και κινούμαι πιο γρήγορα από τον Χανς Πέτερ, ο οποίος παίρνει πραγματικά τον χρόνο του. Είναι ο τύπος άντρα που θα κάνει σκι για δύο ολόκληρες ημέρες, θα διασχίσει όλο το βουνό, θα σκοτώσει έναν τάρανδο με τα ίδια του τα χέρια, θα τον κόψει σε κομμάτια με τα δόντια του και μετά θα γυρίσει σπίτι φέρνοντας μαζί του το δείπνο (γελάει).

Οι σκηνές της ταινίας, συγκεκριμένα ο τρόπος που προβάλλει τα τοπία και τους ήχους τους φύσης, σας θυμίζουν ότι πρέπει καμιά φορά να ρίχνουμε τους έντονους ρυθμούς της καθημερινότητας και να ζούμε πιο συνειδητά. Σας αρέσει να ζείτε συνειδητά ή είστε διαρκώς σε μια βιασύνη;

Είμαι αρκετά νευρωτικός και δεν μπορώ να κάτσω εύκολα, πάντα κάτι κάνω. Ο πιο αργός ρυθμός ζωής δεν μου ταιριάζει, ταιριάζει όμως στο Χανς Πέτερ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν απολαμβάνω τη ζωή, αλλά θέλω συνεχώς να κινούμαι κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Πώς ήταν τα γυρίσματα; Ήσασταν όντως τόσο απομονωμένος όσο ο χαρακτήρας που υποδύεστε;

Τα γυρίσματα κράτησαν τρεις εβδομάδες, αλλά είχε -30 βαθμούς κι ένιωσα λες και κράτησαν για ένα χρόνο! Την ίδια θερμοκρασία είχε και στα γυρίσματα του «Με σειρά εξαφάνισης» (η προηγούμενη ταινία του με τον Μόλαντ, το αμερικανικό ριμέικ της οποίας κυκλοφορεί τώρα στα σινεμά με τίτλο «Ψυχρή Καταδίωξη» και πρωταγωνιστή τον Λίαμ Νίσον). Ο Μόλαντ αρέσκεται να με βάζει να παίζω στα χιόνια. Οι δύο πρώτες ταινίες που κάναμε μαζί ήταν πιο σκοτεινές, ενώ οι δυο επόμενες ήταν κωμωδίες. Με χαροποίησε πολύ που εξερεύνησε την ποιητική του φύση με το «Out Stealing Horses» και τη σχέση του με τη φύση, καθώς όπως ανέφερα και παραπάνω ο Χανς Πέτερ έχει μια πολύ δυνατή σχέση με τη νορβηγική φύση. Βέβαια, η ταινία γυρίστηκε στη Λιθουανία!

Αισθάνεστε ότι εξελίσσεστε σε προσωπικό επίπεδο με κάθε ταινία που κάνετε; Σας έμαθε κάτι η συμμετοχή σας στο «Out Stealing Horses»;

Μαθαίνω πάντα κάτι από κάθε ταινία. Ειδικά από τις κακές ταινίες! Μάλλον από αυτές μαθαίνω και τα περισσότερα. Σε αυτήν έμαθα πώς να χειρίζομαι ένα πριόνι. Αμφιβάλλω ότι θα μου χρειαστεί αυτή η γνώση, αλλά κάτι είναι κι αυτό.

Η υποκριτική σας προσέγγιση αλλάζει ανάλογα με το είδος της ταινίας στην οποία συμμετέχετε; Έχετε άλλο τρόπο προσέγγισης των χαρακτήρων σας σε πιο εμπορικές ταινίες, όπως «Οι Εκδικητές»;

Η υποκριτική μου δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως αυτό που χρειάζεται κάθε ταινία από εμένα. Για παράδειγμα, το «Mamma Mia» απαιτούσε να είμαι χαλαρός και να φαίνεται ότι το διασκεδάζω, πράγμα που όντως συνέβαινε. Στις ταινίες της Marvel, καλούμαι να δώσω κάποιες συγκεκριμένες πληροφορίες, πολλές μάλιστα μερικές φορές, ώστε να μπορέσει ο θεατής να κατανοήσει την υπόθεση της ταινίας. Αυτό είναι το βαρετό κομμάτι, αλλά η δουλειά μου ως ηθοποιός απαιτεί να κρύψω αυτού του είδους το exposition με τέτοιο τρόπο που να φαίνεται πιστευτό. Στο «Out Stealing Horses» δεν υπήρχαν πολλοί διάλογοι και μου άρεσε αυτό, γιατί είναι πιο κινηματογραφικό για εμένα να παίζω χωρίς πολλές λέξεις. Όταν έχω να δουλέψω με διαλόγους, λέω μεν τις ατάκες μου, αλλά παίζω κυρίως με όσα υπάρχουν ανάμεσα στις γραμμές.

Ποιο είναι το μήνυμα που πιστεύετε ότι δίνουν οι ταινίες του Μόλαντ σχετικά με τη φύση του σύγχρονου Σκανδιναβού;

Ο Μόλαντ είναι ένας 100% σύγχρονος άντρας, με την έννοια του ότι είναι απόλυτα ταγμένος υπέρ της ισότητας των φύλων, μαγειρεύει στο σπίτι του και κάνει όλα αυτά που πρέπει να κάνει ένας Σκανδιναβός. Είναι όμως παράλληλα και άντρας της φύσης, αυτός που θα μπορούσε να επιβιώσει για χρόνια σε ένα βουνό, αλλά δεν υπερηφανεύεται γι’ αυτές τις ικανότητές του. Για μένα είναι ένας πραγματικός άντρας, εγώ πάλι δεν είμαι και τόσο (γελάει). Αλλά δεν με πειράζει! Δεν θα μπορούσα να επιβιώσω ούτε μια εβδομάδα στο βουνό χωρίς catering.

Το θέμα της φετινής ενότητας Berlinale Talents ήταν το «mistakes: how to fail better». Πιστεύετε ότι υπάρχουν τρόποι για να αποτυγχάνουμε καλύτερα;

Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα! Όταν γυρίζαμε το «Δαμάζοντας τα Κύματα» είχαμε μεγάλες πινακίδες στα σκηνικά που έγραφαν «Κάντε Λάθη». Το καλό με αυτή την ιδέα είναι ότι σε κάνει αρκετά θαρραλέο ώστε να πάρεις ρίσκα με φόβο την αποτυχία. Θα χαρείς φυσικά εάν αυτό δεν συμβεί, αλλά ακόμα κι αν τελικά αποτύχεις, τότε δεν θα είναι και το τέλος του κόσμου. Εάν δεν παίρνεις μεγάλα ρίσκα, τίποτα καλό δεν πρόκειται να συμβεί. Εγώ αποτυγχάνω στις 4 από τις 10 λήψεις μου. Μετά ο σκηνοθέτης διαλέγει αυτό που θέλει. Ούτως ή άλλως, σε κάθε λήψη προσπαθείς να βρεις διαφορετικά «κλειδιά» για το υλικό που έχεις στα χέρια σου.

Είναι διαφορετικό να παίζετε αγγλόφωνους ρόλους σε σχέση με ρόλους όπου μιλάτε σουηδικά; Όταν παίζετε σε σκανδιναβικές ταινίες, νιώθετε την ευθύνη του ότι προβάλετε τον σκανδιναβικό πολιτισμό;

Είναι φυσικά πιο εύκολο να παίζω στη μητρική μου γλώσσα, είναι πιο κοντά σε εμένα. Πρέπει να δουλέψω πιο σκληρά όταν παίζω στα αγγλικά. Με τους σουηδικούς ρόλους δεν χρειάζεται να αποφασίσω πώς θα κάνω κάτι, ενώ στα αγγλικά χρειάζεται. Όμως, το δύσκολο κομμάτι της υποκριτικής είναι το ίδιο σε κάθε γλώσσα. Όσον αφορά την πολιτισμική ευθύνη, πραγματικά δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Δεν αναλαμβάνω ποτέ τέτοιου είδους ευθύνες. Ξέρω ποιες είναι οι περιορισμένες ικανότητές μου και ξέρω επίσης ποιες είναι οι περιορισμένες ευθύνες μου. Βέβαια, μου άρεσε πολύ ο τρόπος που απεικονίζεται η φύση στο «Out Stealing Horses», τρόπος που έχει βαθιές ρίζες στη σκανδιναβική λογοτεχνία. Συνήθως, η φύση αντιμετωπίζεται είτε σαν απειλή είτε σαν ντεκόρ, όμως τόσο στο βιβλίο του Πέτερσον και σε άλλα βιβλία Σκανδιναβών όσο και στην ταινία, η φύση είναι ένας ζωντανός οργανισμός, κάτι που περικλείει μέσα του τη ζωή και τον θάνατο.

Η ταινία επικεντρώνεται στη σχέση πατέρα και γιου. Μπορείτε να μας πείτε για τη σχέση που έχετε με τους δικούς σας γιους (οι Αλεξάντερ («Big Little Lies»), Γκούσταφ («Vikings»), Μπιλ («ΙΤ») και Βάλτερ Σκάρσγκαρντ («Lords of Chaos»); Σας ζητάνε συμβουλές στο κομμάτι της υποκριτικής;

Δεν μου ζητάνε ποτέ συμβουλές! Είναι πολύ έξυπνοι για να το κάνουν αυτό. Κι εγώ βέβαια δεν τους δίνω. Αν δεν καταφέρουν κάτι από μόνοι τους τότε δεν θα είναι πραγματικά ευτυχισμένοι όταν τελικά το επιτύχουν.

Ο χαρακτήρας σας στην ταινία φαίνεται ότι καταφέρνει τελικά να συγχωρέσει τον δικό του πατέρα για όσα έκανε και τον πλήγωσαν. Πιστεύετε ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να κάνει κάθε παιδί σε κάποιο στάδιο της ζωής του;

Το πιστεύω απόλυτα αυτό. Αλλά καμιά φορά οι γονείς το κάνουν πολύ δύσκολο, ειδικά εάν τοποθετήσουν εξαρχής τους εαυτούς τους σε ένα βάθρο και προσπαθούν να δώσουν στα παιδιά τους την εντύπωση ότι είναι αλάνθαστοι. Οι δικοί μου γονείς, οι οποίοι ήταν υπέροχοι και τους αγαπούσα πολύ, είχαν δημιουργήσει μια σχέση ισότητας με εμάς. Έτσι, ακόμα και ως παιδί, ήξερα ότι οι γονείς μου είχαν τα ελαττώματά τους, ότι έκαναν λάθη και δεν ήταν τέλειοι κι αυτό έκανε τα πράγματα πολύ πιο εύκολα για όλους μας. Μάλιστα, ως έφηβος δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνω την επανάστασή μου, γιατί δεν υπήρχε κάτι που να με κάνει να θέλω να επαναστατήσω εναντίον του, καθώς ήξερα ότι οι γονείς μου είναι κι αυτοί άνθρωποι.

Η ταινία αναφέρεται επίσης στην κατοχής της Νορβηγίας από τα ναζιστικά στρατεύματα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πώς βλέπετε την άνοδο του ρατσισμού στις σκανδιναβικές χώρες;

Έχουμε πολλούς νεοναζί στη Σουηδία, έχουμε επίσης «ημί-ναζί» και πολλές ακραίες μορφές ακροδεξιάς. Οι Σουηδοί ναζί είχαν αποκτήσει κάποια δύναμη στις αρχές της δεκαετίας του ’40, αλλά αυτό κράτησε μέχρι το 1942 όταν και οι ναζί άρχισαν να χάνουν στη Ρωσία. Το πρόβλημα είναι ότι αρκούμαστε απλά στο να κολλήσουμε την ταμπέλα «ναζί» σε κάποιον και μετά νομίζουμε ότι έτσι έχουμε ξεμπερδέψει. Αυτό όμως δεν λύνει το πρόβλημα. Πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι έχει πάει στραβά στον τρόπο σκέψης αυτών των ανθρώπων και πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν οι ρατσιστικές συμπεριφορές.

Η γνώμη μας για την ταινία εδώ.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Μια Ελληνίδα στο Netflix

Μια Ελληνίδα στο Netflix

Mια νεαρή Ελληνίδα ηθοποιός κατάφερε με υπομονή και επιμονή να κάνει ένα βήμα παραπάνω...
7 hours