Βενετία 2026: "Θα ήταν ταπεινωτικό για τις γυναίκες αν επιλέγαμε με βάση το φύλο"
Το πιο λογικό είναι η ανακοίνωση του προγράμματος ενός μεγάλου φεστιβάλ να συζητιέται κυρίως για τις ταινίες που θα προβληθούν. Για το φετινό φεστιβάλ Βενετίας ξεκίνησε -ξανά- κουβέντα για όσες έμειναν εκτός. Πριν ακόμη ξεκινήσει το φεστιβάλ, δύο θέματα κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση: η αισθητή απουσία μεγάλων χολιγουντιανών τίτλων και, ακόμη περισσότερο, η παρουσία μόλις μίας γυναίκας σκηνοθέτριας στο διαγωνιστικό πρόγραμμα για τον Χρυσό Λέοντα. Η επιλογή αυτή έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα ερώτημα που επιστρέφει σχεδόν κάθε χρόνο στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου: αρκεί η επίκληση της «ποιότητας» για να κλείσει μια τόσο σύνθετη συζήτηση;
ΣΧΕΤΙΚΑH Mάγκι Τζίλενχαλ Πρόεδρος στο 84ο Φεστιβάλ Βενετίας
Από τις είκοσι ταινίες που θα διεκδικήσουν φέτος τον Χρυσό Λέοντα, μόνο μία φέρει γυναικεία σκηνοθετική υπογραφή. Πρόκειται για το "Woman Unknown" της Μέι Ελ-Τούχι, μια εικόνα που απέχει σημαντικά από την περσινή χρονιά, όταν έξι από τις είκοσι μία διαγωνιζόμενες ταινίες είχαν σκηνοθετηθεί από γυναίκες και αρκετές από αυτές έφυγαν από τη Βενετία με σημαντικές διακρίσεις. Ήταν λοιπόν αναμενόμενες οι ερωτήσεις προς τον καλλιτεχνικό διευθυντή του φεστιβάλ, Αλμπέρτο Μπαρμπέρα.
Ο οποίος επανέλαβε με σαφήνεια μια θέση που υποστηρίζει εδώ και χρόνια: τα φεστιβάλ δεν οφείλουν να λειτουργούν με ποσοστώσεις, αλλά να επιλέγουν αποκλειστικά τις καλύτερες ταινίες.
Η πιο πολυσυζητημένη φράση της συνέντευξής του στο Variety ήταν ίσως και η πιο αιχμηρή. Υποστήριξε ότι η Μέι Ελ-Τούχι βρίσκεται στο διαγωνιστικό επειδή «είναι η μόνη που βρήκαμε με επαρκή ποιότητα ώστε να ανταγωνιστεί σε διεθνές επίπεδο», απορρίπτοντας τους υπαινιγμούς περί έμφυλης προκατάληψης. Εξήγησε ακόμη ότι φέτος υποβλήθηκαν λιγότερες ταινίες από γυναίκες δημιουργούς — περίπου το 24% των συνολικών συμμετοχών, έναντι 30% πέρυσι — ενώ, όπως υποστήριξε, αρκετές από αυτές δεν πληρούσαν το επίπεδο που απαιτεί το διαγωνιστικό πρόγραμμα.

Ο ίδιος χαρακτήρισε αυτή την εξέλιξη «μεγάλη απογοήτευση», επιμένοντας ωστόσο πως «δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία υποψία προκατάληψης από την πλευρά μας». Σύμφωνα με τον Μπαρμπέρα, «το μοναδικό αυστηρό κριτήριο που ακολουθούμε είναι η ποιότητα των ταινιών», ενώ πρόσθεσε ότι το φεστιβάλ είναι «απολύτως αντίθετο στην επιλογή ταινιών με βάση το φύλο, επειδή δεν πιστεύουμε ότι αυτό ωφελεί κανέναν». Μάλιστα, προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν «ταπεινωτικό για τις γυναίκες να θεωρηθεί ότι επελέγησαν επειδή είναι γυναίκες και όχι επειδή έκαναν μια καλή ταινία».
Οι δηλώσεις αυτές, αντί να κλείσουν τη συζήτηση, την αναζωπύρωσαν. Φεμινιστικές οργανώσεις, όπως η Collective 50/50, επέμειναν ότι φεστιβάλ όπως οι Κάννες και η Βενετία δεν μπορούν να ισχυρίζονται πως εκπροσωπούν τον παγκόσμιο κινηματογράφο όσο η απουσία των γυναικών παραμένει τόσο εμφανής στις σημαντικότερες επιλογές τους. Το επιχείρημά τους δεν αφορά μόνο τους αριθμούς αλλά και την επιρροή αυτών των διοργανώσεων, οι οποίες καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποιες ταινίες θα αποκτήσουν προβολή, διανομή και διεθνές κύρος.
Κι όμως, μέσα στον θόρυβο, υπάρχει και μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Η εκπροσώπηση των γυναικών έχει βελτιωθεί αισθητά μέσα στην τελευταία δεκαετία. Για εβδομήντα τρία χρόνια ιστορίας των Καννών, μόνο μία γυναίκα είχε κατακτήσει τον Χρυσό Φοίνικα: η Τζέιν Κάμπιον με το "The Piano" το 1993. Μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια, όμως, το βραβείο κατέληξε τόσο στη Ζουλιά Ντικουρνό για το "Titane" όσο και στη Ζιστίν Τριέ για το "Anatomy of a Fall". Ανάλογη είναι και η εικόνα στη Βενετία, όπου ο Χρυσός Λέοντας απονεμήθηκε τρεις συνεχόμενες χρονιές σε γυναίκες δημιουργούς: στη Κλόε Ζάο για το "Nomadland", στην Οντρέ Ντιβάν για το "Happening" και στη Λόρα Πόιτρας για το "All the Beauty and the Bloodshed". Δύσκολα μπορεί λοιπόν να υποστηρίξει κανείς ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Για όσους υποστηρίζουν τις ποσοστώσεις, η ταυτότητα του δημιουργού έχει σημασία γιατί επηρεάζει ποιος αποκτά πρόσβαση στις μεγαλύτερες σκηνές του παγκόσμιου κινηματογράφου. Για τον Μπαρμπέρα, αντίθετα, η μόνη ταυτότητα που πρέπει να ενδιαφέρει είναι εκείνη της ίδιας της ταινίας. Και όσο η μία πλευρά βλέπει ένα ζήτημα ισότητας, η άλλη επιμένει ότι κάθε υποχώρηση από το κριτήριο της καλλιτεχνικής αξίας κινδυνεύει να υπονομεύσει τον λόγο ύπαρξης ενός φεστιβάλ.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων