Αλγέρι, 1938. Ο Μερσώ, ένας ήσυχος και ασήμαντος υπάλληλος γύρω στα τριάντα, θάβει τη μητέρατου χωρίς να δείξει το παραμικρό συναίσθημα. Την επόμενη ημέρα ξεκινά μια σχέση με τη Μαρί, συνάδελφό του στη δουλειά, και επιστρέφει στη ρουτίνα του. Όμως ο γείτονάς του, Ρεϊμόν Σιντές,διαταράσσει την καθημερινότητά του και τον μπλέκει σε ύποπτες ιστορίες,μέχρι που, μια μέρα με ανυπόφορη ζέστη, ένα τραγικό γεγονός σε μια παραλία θα αλλάξει τα πάντα.
Ο Φρανσουά Οζόν καταπιάνεται με ένα από τα πιο εμβληματικά και πολυσυζητημένα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα και, αντί να επιχειρήσει μια «μοντέρνα» αναθεώρηση του Καμί, προτιμά να ακολουθήσει έναν πιο δύσκολο δρόμο. Το The Stranger είναι μια ταινία που σέβεται βαθιά το πρωτότυπο έργο, αλλά ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται πως το 2026 κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει αυτή την ιστορία με τα ίδια μάτια που τη διάβαζε το κοινό το 1942.
Υπάρχει πάντα ένας κίνδυνος όταν ένας σκηνοθέτης αποφασίζει να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα βιβλίο που έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικό κύρος. Όσο πιο εμβληματικό είναι το έργο, τόσο πιο εύκολο είναι να παγιδευτείς είτε σε μια άκαμπτη, σχολαστική αναπαραγωγή είτε σε μια υπερβολικά φιλόδοξη «επανερμηνεία» που τελικά χάνει τον πυρήνα του. Ο Φρανσουά Οζόν αποφεύγει και τις δύο παγίδες. Το The Stranger μοιάζει να κινείται διαρκώς πάνω σε ένα λεπτό σχοινί ανάμεσα στον σεβασμό και την αναθεώρηση, χωρίς να πέφτει ποτέ από καμία πλευρά.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά γίνεται φανερό ότι ο Οζόν δεν ενδιαφέρεται να μετατρέψει τον Μερσώ σε έναν χαρακτήρα που πρέπει να «συμπαθήσουμε» ή να «κατανοήσουμε». Ο Μπενζαμέν Βουαζέν τον υποδύεται με μια σχεδόν εκνευριστική αδιαφάνεια. Είναι όμορφος, ήρεμος, συχνά γοητευτικός, αλλά παραμένει απρόσιτος. Ακόμη και στις πιο καθοριστικές στιγμές της ιστορίας, δεν προσφέρει στο κοινό το είδος της ψυχολογικής εξήγησης που έχουμε συνηθίσει να ζητάμε από τους κινηματογραφικούς ήρωες. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμη της ερμηνείας του. Ο Βουαζέν δεν παίζει τον Μερσώ ως κάποιο μυστηριώδες αίνιγμα ούτε ως κοινωνιοπαθή. Τον παρουσιάζει ως έναν άνθρωπο που μοιάζει να παρατηρεί τον κόσμο από απόσταση, σαν να βρίσκεται μονίμως μισό βήμα έξω από την πραγματικότητα που βιώνουν όλοι οι υπόλοιποι. Αυτή η επιλογή δίνει στην ταινία μια παράξενη ένταση.
Η Ρεμπέκα Μαρντέρ, στον ρόλο της Μαρί, λειτουργεί ως το συναισθηματικό αντίβαρο της ιστορίας. Η σχέση της με τον Μερσώ δεν παρουσιάζεται ως κάποιο μεγάλο ρομάντζο αλλά ως μια διαρκής προσπάθεια επικοινωνίας με έναν άνθρωπο που δεν φαίνεται ικανός να ανταποκριθεί με τον τρόπο που περιμένουν οι άλλοι. Η Μαρντέρ αποφεύγει τον μελοδραματισμό και προσφέρει μια ερμηνεία γεμάτη λεπτές αποχρώσεις απογοήτευσης, τρυφερότητας και αμηχανίας.
Οπτικά, η ταινία είναι εντυπωσιακή χωρίς να γίνεται επιδεικτική. Ο Οζόν και οι συνεργάτες του αναπαριστούν την Αλγερία της αποικιακής περιόδου με τρόπο που αποφεύγει τη γραφικότητα, τον εξωτισμό, τη νοσταλγία. Αντίθετα, η καθημερινότητα παρουσιάζεται σχεδόν αποπνικτική. Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίφημη σκηνή που αλλάζει για πάντα την πορεία της ιστορίας. Ο ήλιος, που στο βιβλίο λειτουργεί σχεδόν ως φυσική δύναμη, αποκτά εδώ μια σχεδόν υλική παρουσία. Ο θεατής νιώθει τη δυσφορία, την εξάντληση και τη σύγχυση.

Το δεύτερο μισό της ιστορίας, που επικεντρώνεται στη δίκη, είναι ίσως το πιο δυνατό κομμάτι της ταινίας. Όχι επειδή λειτουργεί ως δικαστικό θρίλερ, αλλά επειδή αποκαλύπτει σταδιακά πως το πραγματικό αντικείμενο της δίκης δεν είναι το έγκλημα. Είναι ο ίδιος ο Μερσώ. Οι δικαστές, οι δικηγόροι και η κοινωνία που εκπροσωπούν μοιάζουν να ενδιαφέρονται λιγότερο για τον φόνο και περισσότερο για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν συμπεριφέρεται όπως θα έπρεπε.Η παρατήρηση αυτή δίνει στον Ξένο μια αναπάντεχη επικαιρότητα. Παρά τη χρονική απόσταση σχεδόν ενός αιώνα, η ιστορία εξακολουθεί να μιλά για την κοινωνική ανάγκη να κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους, να απαιτούμε συγκεκριμένες συναισθηματικές αντιδράσεις και να αντιμετωπίζουμε με καχυποψία όποιον αρνείται να συμμορφωθεί.
Υπάρχουν στιγμές όπου η πιστότητα στο κείμενο του Καμί δημιουργεί μια αίσθηση απόστασης, ενώ ορισμένοι θεατές ίσως δυσκολευτούν να συνδεθούν συναισθηματικά με έναν τόσο εσκεμμένα απρόσιτο πρωταγωνιστή. Πρόκειται όμως για συνειδητή επιλογή, ενώ την ίδια στιγμή το σημαντικότερο επίτευγμα του Οζόν είναι πως η ταινία του παραμένει ζωντανή, προκλητική και ανησυχητικά επίκαιρη.
Είναι μια ταινία που σε προσκαλεί να παρατηρήσεις, να αμφισβητήσεις και να αναμετρηθείς με ιδέες που εξακολουθούν να προκαλούν δυσφορία. Και σε μια εποχή που ο κινηματογράφος συχνά βιάζεται να δώσει απαντήσεις, αυτή η επιμονή στο ερώτημα αποδεικνύεται αναγκαία.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων