Backrooms

Ο Κέιν Πάρσονς, το παιδί-θαύμα του YouTube που μετέτρεψε ένα internet creepypasta σε παγκόσμιο horror φαινόμενο, κάνει το άλμα στη μεγάλου μήκους φόρμα με ένα φιλόδοξο, αλλόκοτο και εντυπωσιακά αποτελεσματικό ντεμπούτο. Το Backrooms δεν βασίζει τον τρόμο του στα jump scares, είναι μια κινηματογραφική κρίση αποπροσανατολισμού και ψυχικής ασφυξίας που τρυπώνει κάτω από το δέρμα και που καταφέρνει να σε κάνει να νιώθεις ότι ο ίδιος ο χώρος γύρω σου έχει αρχίσει να καταρρέει..

Backrooms - κριτική ταινίας
European Media

O Clark, πωλητής σε έκθεση επίπλων, ανακαλύπτει στο υπόγειο μία πύλη που οδηγεί σε μια αλλόκοτη, κιτρινωπή απεραντοσύνη από γραφειακά δωμάτια, σαν μια διαταραγμένη εκδοχή της πραγματικότητας. Μαζί με την υπάλληλό του Kat και τον Bobby, επιχειρούν να χαρτογραφήσουν το μέρος, ενώ ήχοι μέσα στο σκοτάδι υπονοούν ότι κάτι παραμονεύει. Όταν ο Clark εξαφανίζεται, η θεραπεύτριά του Mary, θα βρεθεί κι εκείνη μέσα στα BACKROOMS αναζητώντας απαντήσεις και κυρίως, έξοδο.

Πίσω από μια πόρτα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει, απλώνεται ένας ατέρμονος λαβύρινθος απόδωμάτια και διαδρόμους—οικείος και ταυτόχρονα αφόρητα απειλητικός.

Ο Κέιν Πάρσονς, το παιδί-θαύμα του YouTube που μετέτρεψε ένα internet creepypasta σε παγκόσμιο horror φαινόμενο, κάνει το άλμα στη μεγάλου μήκους φόρμα με ένα φιλόδοξο, αλλόκοτο και εντυπωσιακά αποτελεσματικό ντεμπούτο. Το Backrooms δεν βασίζει τον τρόμο του στα jumpscares, είναι μια κινηματογραφική κρίση αποπροσανατολισμού και ψυχικής ασφυξίας που τρυπώνει κάτω από το δέρμα και που καταφέρνει να σε κάνει να νιώθεις ότι ο ίδιος ο χώρος γύρω σου έχει αρχίσει να καταρρέει..Ο Πάρσονς ανήκει σε εκείνη τη νέα γενιά δημιουργών που δεν μεγάλωσαν βλέποντας απλώς σινεμά αλλά καταναλώνοντας εικόνες μέσα από οθόνες υπολογιστών, βιντεοπαιχνίδια, βιντεοκασέτες δεύτερης χρήσης και ατελείωτα βίντεο στο διαδίκτυο. Και αυτό φαίνεται σε κάθε λεπτό του Backrooms, μιας ταινίας που καταφέρνει να μετατρέψει έναν διαδικτυακό αστικό μύθο σε καθαρόαιμη κινηματογραφική εμπειρία τρόμου.

Η βασική ιδέα παραμένει εξαιρετικά απλή και ακριβώς γι’ αυτό τόσο αποτελεσματική: άνθρωποι εγκλωβίζονται σε έναν ατελείωτο λαβύρινθο από παράταιρους εσωτερικούς χώρους, φωτισμένους με αρρωστημένο κίτρινο φως γραφείου, όπου η γεωμετρία μοιάζει λάθος και η πραγματικότητα αρχίζει να λυγίζει. Οι διάδρομοι δεν μοιάζουν απλώς ατελείωτοι· μοιάζουν άρρωστοι. Τα φώτα γραφείου τρεμοπαίζουν με έναν σχεδόν βασανιστικό τρόπο, οι τοίχοι δείχνουν λες και μετακινούνται όταν δεν τους κοιτάζεις, ενώ κάθε δωμάτιο δίνει την εντύπωση ότι αποτελεί παραμορφωμένη ανάμνηση ενός κανονικού χώρου. Το αποτέλεσμα θυμίζει εφιάλτη που δεν μπορείς να εξηγήσεις όταν ξυπνήσεις. Ο Πάρσονς παίρνει αυτό το ήδη τρομακτικό concept του διαδικτύου και το μετατρέπει σε ένα υβρίδιο ψυχολογικού θρίλερ, survival horror και found footage παράνοιας.

Η ταινία ακολουθεί τον Κλαρκ, που υποδύεται ο Τσιγούετελ Ετζιόφορ έναν άνδρα ήδη ψυχικά διαλυμένο πριν ακόμη βρεθεί μέσα στον εφιάλτη των Backrooms. Δίπλα του βρίσκεται η Ρενάτε Ρέινσβε ως θεραπεύτρια που προσπαθεί να λειτουργήσει σαν γείωση μέσα σε ένα σύμπαν που διαρκώς χάνει τη συνοχή του. Οι δυο τους δεν έχουν την κλασική χημεία που συναντά κανείς σε mainstream horror παραγωγές. Και ευτυχώς. Η σχέση τους είναι αμήχανη, κουρασμένη, σχεδόν θρυμματισμένη από την αρχή, κάτι που ταιριάζει απόλυτα με τη γενικότερη αίσθηση αποσύνθεσης της ταινίας.

Ο Πάρσονς αποδεικνύεται πολύ πιο ώριμος σκηνοθέτης απ’ όσο θα περίμενε κανείς από έναν δημιουργό που ξεκίνησε ανεβάζοντας videos στο YouTube. Ξέρει πότε να αποκαλύψει πληροφορίες και — κυρίως — πότε να μην αποκαλύψει τίποτα. Το Backrooms είναι πολύ πιο τρομακτικό όταν απλώς αφήνει τους χαρακτήρες να περιφέρονται μέσα σε ατελείωτους διαδρόμους χωρίς εξηγήσεις. Η κάμερα κινείται σαν να ψάχνει διαρκώς κάτι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει στο κάδρο. Και κάθε φορά που νομίζεις ότι κατάλαβες τη λογική του χώρου, η ταινία αλλάζει κατεύθυνση.

Υπάρχουν σεκάνς εδώ μέσα που συγκαταλέγονται ήδη στις πιο αποτελεσματικές στιγμές τρόμου της χρονιάς. Μια μεγάλη σκηνή εξερεύνησης νωρίς στην ταινία, σχεδόν χωρίς διάλογο, είναι υπόδειγμα χτισίματος ατμόσφαιρας. Ο Πάρσονς αφήνει το βουητό των φθοριζόντων λαμπτήρων, τους ήχους εξαερισμού και την κενότητα του χώρου να κάνουν όλη τη δουλειά. Όταν όμως επιλέγει να ανεβάσει τους παλμούς, θα δαγκωθείς.  Η ταινία παίζει διαρκώς με την ιδέα του liminal horror — αυτού του πολύ συγκεκριμένου τρόμου που προκαλούν οι άδειοι, μεταβατικοί χώροι. Ο Πάρσονς καταλαβαίνει κάτι που πολλοί horror σκηνοθέτες αγνοούν: το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι απαραίτητα το τέρας, αλλά η αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω σου έχει πάψει να λειτουργεί σωστά.

Βέβαια, η ταινία δεν είναι αψεγάδιαστη. Κάθε φορά που προσπαθεί να οργανώσει πιο ξεκάθαρα τη μυθολογία του ή να δώσει ψυχολογικές εξηγήσεις για τα πάντα, χάνει μέρος της δύναμής του. Οι χαρακτήρες λειτουργούν καλύτερα ως άνθρωποι χαμένοι μέσα σε έναν εφιάλτη παρά ως φορείς μεγάλων δραματικών αποκαλύψεων. Ορισμένοι διάλογοι μοιάζουν να ανήκουν σε διαφορετική, πιο συμβατική ταινία και φρενάρουν τον υπνωτιστικό ρυθμό που τόσο επιτυχημένα χτίζει ο Πάρσονς. 

Εκεί που η ταινία πραγματικά ξεχωρίζει είναι στην αισθητική της ταυτότητα. Η παραγωγή είναι εντυπωσιακή χωρίς να δείχνει υπερφορτωμένη. Τα σκηνικά μοιάζουν φυσικά αλλά ταυτόχρονα εντελώς λάθος, σαν κακόβουλο σχίσμα της πραγματικότητας. Ο φωτισμός έχει αυτή τη νοσηρή εταιρική ψυχρότητα που κάνει τα πάντα να μοιάζουν άδεια από ανθρώπινη παρουσία. Και η χρήση VHS υφής και found-footage αισθητικής χρησιμοποιούνται ως οργανικό κομμάτι της εμπειρίας.

Το ενδιαφέρον είναι πως πίσω από όλη αυτή την παραμορφωμένη αισθητική κρύβεται ένα αρκετά καθαρό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη αποξένωση. Οι χώροι του Backrooms θυμίζουν καταστήματα επίπλων, εταιρικά γραφεία, αίθουσες αναμονής και διαμερίσματα χωρίς χαρακτήρα — μέρη που όλοι έχουμε επισκεφτεί αλλά κανείς δεν θυμάται πραγματικά. Η ταινία μετατρέπει αυτούς τους απρόσωπους χώρους σε πεδία τρόμου, σαν να λέει ότι η ίδια η καθημερινότητα της σύγχρονης ζωής έχει γίνει αφύσικη. Ακόμη και τα πλάσματα ή οι απειλές που εμφανίζονται αργότερα λειτουργούν περισσότερο σαν προέκταση ψυχικής κατάρρευσης παρά σαν παραδοσιακά τέρατα. Και ευτυχώς ο Πάρσονς δεν πέφτει συχνά στην παγίδα της υπερβολικής αποκάλυψης. Όταν η ταινία αφήνει το μυστήριο να αναπνεύσει, γίνεται πραγματικά ανατριχιαστική. 

Ο Πάρσονς δεν προσπαθεί να μιμηθεί το παλιό horror· χτίζει κάτι νέο πάνω στα ερείπια του internet τρόμου. Ναι, υπάρχουν στιγμές που η ταινία χάνει τον έλεγχο ή αφήνει ιδέες ημιτελείς. Αλλά αυτό είναι μέρος της εμπειρίας. Είναι όμως μία από τις ελάχιστες πρόσφατες παραγωγές του είδους που μοιάζουν πραγματικά διαφορετικές. Ο Κέιν Πάρσονς δεν προσπαθεί να ανακυκλώσει απλώς παλιές φόρμες τρόμου· επιχειρεί να δώσει κινηματογραφική μορφή σε μια καινούργια συλλογική ανησυχία. Στον φόβο ότι ζούμε μέσα σε κόσμους όλο και πιο άδειους, όλο και πιο απρόσωπους, όλο και πιο ψυχρούς. Το Backrooms δεν θέλει να σου δώσει καθαρές απαντήσεις. Θέλει να σε αφήσει να περιπλανιέσαι μέσα στην ανησυχία του.

Πρώτη δημοσίευση: 28 Μαΐου 2026, 03:37
Ενημέρωση: 4 Ιουνίου 2026, 01:04
Συντάκτης: 
Τίτλος:
Backrooms
Είδος: 
Σκηνοθεσία: 
Έτος: 
Διάρκεια: 
110
Εταιρία διανομής: 
Release: 
28 Μαϊου 2026

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

BOX OFFICE

Ταινία
4ημέρο
Feelgood
23354
Tanweer
18248
Feelgood
13091
Spentzos
10593
Film Group
6681
Ο ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΜΑΙΓΚΡΕ ΚΑΙ Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΗ , από την Spentzos Ο ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΜΑΙΓΚΡΕ ΚΑΙ Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΗ , από την Spentzos