Σύνοψη: Ρώμη, 1980. Η Γκολιάρντα Σαπιέντσα βλέπει το μεγάλο της έργο και καρπό δέκα χρόνων δουλειάς να απορρίπτεται από όλους τους ιταλικούς εκδοτικούς οίκους. Όταν βρεθεί στη φυλακή για μια μικροκλοπή, η εμπειρία με τις νεαρές συγκρατούμενές της θα της αλλάξει τη ζωή.
Άποψη: Μετά τα πιο βαριά δράματα, The King of Laughter (2021) και Nostalgia (2022) για τα οποία διαγωνίστηκε για Χρυσό Λέοντα και Χρυσό Φοίνικα αντίστοιχα, ο Ιταλός σκηνοθέτης Μάριο Μαρτόνε επιστρέφει με μια γυναίκα ηρωίδα και μάλιστα πραγματική ιστορία, την ατρόμητη συγγραφέα και ηθοποιό Γκολιάρντα Σαπιέντσα και την πορεία της προς την χαρά.
Το τελευταίο βιβλίο της που κυκλοφόρησε το 1998, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της, η Τέχνη της Χαράς, είναι ενδεικτικό ως προς την αφηγηματική γραμμή που επιλέγει ο Μαρτόνε να ακολουθήσει.

Σίγουρα δεν πρόκειται για μια τυπική βιογραφική γραμμική ιστορία, αλλά κυρίως για την εξερεύνηση του εαυτού, της σεξουαλικότητας, της επιθυμίας, των όσων πραγματικά δίνουν χαρά και οδηγούν την συγγραφέα στην επίτευξη της στωϊκής ευδαιμονίας.
Ένα διαρκές ταξίδι προς την ελευθερία, όσο εκείνη προσπαθεί να διαχειριστεί την αποτυχία, την κατάθλιψη και εν τέλει την φυλακή. Την ελευθερία της διεκδικεί ακόμα και όταν είναι μέσα στο κελί της απόγνωσης και της ανελευθερίας.
Μια ταινία που δεν απελευθερώνεται από τα δικά της δεσμά, καθώς αρκείται σε μια πιο ακαδημαϊκή σκηνοθετική προσέγγιση, βαρυφορτωμένη αφηγηματικά, που δεν αφήνει την ηρωίδα της αναπνεύσει από την λογοτεχνίζουσα γραφή του σεναρίου βασισμένου με την σειρά του σε βιβλίο της Σαπιέντσα.
Η Βαλέρια Γκολίνο αποδεικνύεται μια εξαιρετική επιλογή, δίνοντας φόρα και δύναμη στην ηρωίδα της σε μια τολμηρή και γεμάτη ερμηνεία που εξερευνά τα όρια της αγάπης, της γυναικείας φιλίας και της αποδοχής, αλλά σε ένα σύνολο άνευρο και ασθματικό.

Ο Μαρτόνε επιχειρεί να μπολιάσει την ιστορία του με μικρές ιστορίες και αφηγήσεις, με τις ηρωίδες του να συζητούν στα καφέ και στα σπίτια, ενόσω η υπόλοιπη ιστορία αφήνεται στην τύχη της.
Ενδιαφέρουσα αλλαγή για τον ίδιο, φεύγοντας από το πιο στιβαρό στιλ των προηγούμενων ταινιών του με ανδροκεντρικές αφηγήσεις, ανανεώνοντας το κινηματογραφικό του λεξιλόγιο με μια ιστορία γυναικείας δύναμης σε μια Ιταλία διχασμένη πολιτικά με εκείνη να ενώνει το αναρχικό παρελθόν της οικογένειάς της με τον δικό της ατομικό αγώνα.
Το συλλογικό εκλείπει, παραμένει στο περιθώριο έναντι του ατομικού βιώματος το οποίο συζητιέται περισσότερο από όσο βιώνεται.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων