Σύνοψη: Η Σμαράγδα, μία γυναίκα που πλησιάζει τα πενήντα, προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό της καθώς η καριέρα της και η ερωτική της ζωή πέφτουν σε τέλμα. Τι θα ανακαλύψει, τελικά;
Άποψη: Αν κάτι λείπει από τη ζωή μας και την τέχνη σήμερα, αυτό σίγουρα δεν είναι ακόμη ένας άντρας σκηνοθέτης να αφηγείται την ιστορία μίας ακόμη γυναίκας-συρραφής στερεοτύπων και κλισέ. Κι όμως, αυτό ακριβώς αποφασίζει να κάνει ο Κύπριος σκηνοθέτης Αιμίλιος Αβραάμ, με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, στην οποία κρατάει για τον εαυτό του τους ρόλους του σκηνοθέτη, σεναριογράφου και μοντέρ.
Δυστυχώς, και ίσως αυτό να μην αποτελεί μεγάλη έκπληξη, η απεικόνιση της Σμαράγδας γίνεται επιφανειακά, χωρίς να προσφέρει τίποτα το καινούριο στον μύθο της γυναίκας που αν δεν έχει βρει σύντροφο μέχρι τα σαράντα της είναι καταδικασμένη σε μια άδεια ζωή με ελάχιστες απολαύσεις. Είναι γνωστό, άλλωστε, ακόμα και εν έτει 2024 (χρονιά που γυριζόταν η ταινία) πως το κέντρο βάρους ολόκληρης της γυναικείας ύπαρξης βρίσκεται στην εύρεση ενός ερωτικού συντρόφου και, αλίμονο, στην τεκνοποίηση.

Είναι ήδη αρκετά ενοχλητικό να βλέπουμε, να διαβάζουμε και να ακούμε τις ιστορίες των γυναικών διαμέσου αντρικών στομάτων, πόσο μάλλον όταν αυτές οι ιστορίες δεν τυγχάνουν μιας ενδιαφέρουσας, συναρπαστικής αφήγησης – όπως ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές είναι οι ζωές των γυναικών. Είτε αυτό γίνεται με καλή πρόθεση, ως προσπάθεια των ανδρών να εξιλεωθούν για τους αιώνες πατριαρχίας, είτε γίνεται ως προσπάθεια να μη χάσουν το τρένο του εκσυγχρονισμού και να αποδείξουν ότι αφουγκράζονται το γενικότερο κλίμα, είμαστε σίγουρες πως το να καπηλεύονται τα όνειρα, τους φόβους και τις ανησυχίες μας, τη στιγμή μάλιστα που (ως φαίνεται) δεν έχουν και ιδιαίτερη γνώση του αντικειμένου, δεν είναι ο καταλληλότερος δρόμος.
Πέρα από την αποτυχία να μας δώσει έναν πολυεπίπεδο χαρακτήρα, η δημιουργία του Αβραάμ αποτυγχάνει και σε κινηματογραφικό επίπεδο. Παρά την πολύχρονη εμπειρία του στον κινηματογραφικό χώρο, και έχοντας ήδη κάνει μια καλή δουλειά μοντάροντας την πολύ δυνατή “Παύση” της Τώνιας Μισιαλή (εδώ σε χρέη παραγωγού), στη Σμαράγδα το μοντάζ χωλαίνει, η αφήγηση κρεμάει, και ο ρυθμός είναι εξαιρετικά αργός, χωρίς ουσιώδη δραματουργική εξέλιξη.

Σε αρκετά σημεία δίνεται η εντύπωση πως επενδύθηκε πολύ περισσότερη ενέργεια στο να κινηματογραφηθεί η Κύπρος με έναν τρόπο που να μη θυμίζει Κύπρο (μια τάση που συμμερίζονται αρκετοί Κύπριοι δημιουργοί) παρά στο να καδραριστεί η πρωταγωνίστρια με έναν τρόπο που θα λειτουργούσε κινηματογραφικά, ενισχύοντας το αφηγηματικό και συναισθηματικό πλαίσιο του σεναρίου. Όσο δυνατή και αν είναι εδώ η φωτογραφία του Γιώργου Ραχματουλίν (είναι πάντα, άλλωστε) δεν αρκούν τα όμορφα πλάνα, στα οποία περισσότερο απαιτείται από τον κεντρικό χαρακτήρα να ποζάρει παρά να ερμηνεύσει (μια κατάφωρη αδικία για το ταλέντο της Νιόβης Χαραλάμπους).
Οι ξύλινες και αμήχανες ερμηνείες, σε συνδυασμό με την αμήχανη σκηνοθεσία αλλά και το ακόμα πιο αμήχανο γεγονός πως τα κυπριακά με τα ελληνικά μπλέκονται χωρίς λογική και λόγο ακόμα και στην ίδια πρόταση, χειροτερεύουν την κατάσταση σημαντικά. Είναι, λοιπόν, εμφανές πως δεν υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να σώσουν την ταινία. Θα μπορούσε, όμως, να σωθεί μελλοντικά η αξιοπρέπεια των ανδρών δημιουργών που επιμένουν να καταπιαστούν με το θέμα, καθώς και η δική μας ψυχική ηρεμία, αν τουλάχιστον συμφωνήσουμε όλα σε ένα πράγμα: γυναικεία χειραφέτηση και σεξουαλική αφύπνιση δεν σημαίνουν (αναπόφευκτα) ντύνομαι προκλητικά μπροστά σε μία κάμερα. Για περισσότερα, αναγκαζόμαστε να παραπέμψουμε σκηνοθέτες και κοινό στα πάμπολλα κείμενα που έχουν γραφτεί για το male gaze.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων