Σύνοψη: Στο Σικάγο της δεκαετίας του 1930, ο Φρανκενστάιν ζητά από τον Δρ. Ευφρόνιο να τον βοηθήσει να δημιουργήσει μια σύντροφο. Δίνουν ζωή σε μια δολοφονημένη γυναίκα ως Νύφη, πυροδοτώντας έναν ρομαντικό δεσμό, το ενδιαφέρον της αστυνομίας και ριζικές κοινωνικές αλλαγές.
Άποψη: Ο μύθος του Φρανκενστάιν, όπως τον αποτύπωσε η Μέρι Σέλεϊ στις αρχές του 19ου αιώνα, διαρκώς ανανοηματοδοτείται και επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από διασκευές.
Η Μάγκι Τζίλενχαλ επιλέγει να επηρεαστεί από τον Τζόκερ του Τοντ Φίλιπς, αλλά δυστυχώς από το δεύτερο, το κακό Folie a Deux, σε μια από τις πιο αδύναμες μεταφορές του τέρατος και της νύφης του, ειδικά αν συγκριθεί με την πρόσφατη κλάσεις ανώτερη εκδοχή του ντελ Τόρο.

Μια ξέφρενη παρωδία της ίδιας της μυθολογίας του τέρατος και της νύφης, που αν και πολύ θα ήθελε να εκσυχγρονίσει και να ενσωματώσει σε ένα φεμινιστικό αφήγημα της MeToo εποχής, το οποίο η Τζίλενχαλ ουδέποτε αφομοιώνει παρά το χρησιμοποιεί ως τσιτάτο μιας επανάστασης χωρίς νόημα και σκοπό.
Οι δύο χαρακτήρες τους οποίους υποδύονται η Τζέσι Μπάκλεϊ και ο Κρίστιαν Μπέιλ σε δύο υπερβολικές εκτός ορίων ερμηνείες, με τους ηθοποιούς να υπερπαίζουν τόσο, που ο Αλ Πατσίνο μπροστά τους μοιάζει ένας μετριοπαθής και υποτονικός ηθοποιός.
Με μια επιλογή να συνδέσει την Νύφη με την Σέλεϊ που όχι μόνο δεν δικαιώνεται, αλλά καταλήγει να μας κάνει να αισθανόμαστε ετεροντροπή, η Νύφη αφηγείται μια ιστορία γυναικείας ενδυνάμωσης, αυτοδιάθεσης και επανάστασης κόντρα στην πατριαρχία, με την νύφη να ψάχνει να βρει τον εαυτό της, το όνομα της, την ιστορία της. Όλα αυτά καλοδεχούμενα ως νέες προοπτικές σε μια παλιά πλέον ιστορία, που όσο και αν είναι ξεπερασμένη, είναι πολύ πιο πολυσήμαντη και πλούσια σε θεωρητικές προεκτάσεις.
Δύο χαρακτήρες παρόμοιοι με του Τζόκερ και της Χάρλεϊ Κουίν στο δεύτερο Τζόκερ, παρείσακτοι, κοινωνικά παρίες, ακατανόητοι για την αστική αντίληψη ηθικής του Μεσοπολέμου, στον οποίο βρισκόμαστε, με θεματικές όπως τι σημαίνει να είσαι «τέρας» σε μια κοινωνία «κανονικών», πώς η εξουσία (κράτος, αστυνομία) κατασκοπεύει και καταδυναστεύει τα πάντα, κυρίως την επιθυμία. Ο Φρόιντ δυστυχώς περιόρισε με τις ιδέες του πολύ τον τρόπο που βλέπουμε τους ανθρώπους, μέσω μόνο σεξουαλικών απωθήσεων και καταπιέσεων, στα οποία η ταινία εμμένει παραγνωρίζοντας οποιαδήποτε άλλη μορφή ανθρώπινης ανάπτυξης.

Η Νύφη και το Τέρας έχουν ανάγκη να ερωτευτούν, να κάνουν σεξ, να βγουν μέσα από την καταπίεση, αν θεωρήσουμε το σεξ ως πλήρη απάρνηση της επίσημης εξουσίας μέσω της απόλυτης αυτοδιάθεσης αλλά και την υποταγή στην εξουσία του άλλου σώματος. Με αυτό τον τρόπο, καταλήγουν να γίνονται δύο υστερικοί ήρωες που ουρλιάζουν τα αιτήματά τους, χωρίς να έχουν κανένα βάθος, με αποτέλεσμα να μοιάζουν με guerillas που εισέβαλαν στην ταινία και τα κάνουν λαμπόγυαλο με καμία σύνδεση με τον υπόλοιπο αφηγηματικό ιστό, αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει.
Κατά συνέπεια, οι Πίτερ Σάρσγκαρντ, Πενέλοπε Κρουζ και Άνετ Μπένινιγκ, μένουν μετέωροι σε ρόλους που δεν είναι ήρωες που συμβολίζουν αξίες, αλλά είναι σύμβολα που προφασίζονται τους ήρωες, κενοί περιεχομένου μόνο σύμβολα μιας ιδέας που ουδέποτε κατανοείται πλήρως. Για αυτό και οι σκηνές στο τέλος με τις «τζοκερικές» επαναστάσεις είναι σαν λάθος του μοντάζ πέταξε εμβόλιμες σκηνές άλλης ταινίας.
Ένα στοίχημα χάθηκε, παρόλη την καλή διάθεση να διαβαστεί η ιστορία μέσα από ένα πιο επίκαιρο και σύγχρονο μάτι, με τον Φρανκενστάιν της Σέλεϊ να παραμένει πολύ πιο διαχρονικός από την Νύφη της Τζίλενχαλ.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων