Berlinale 26: Το "A prayer for the dying" είναι αδικαιολόγητα εξουθενωτικό
Σύνοψη: 1870. Ουισκόνσιν. Μια μικρή πόλη έρχεται άξαφνα αντιμέτωπη με μια επιδημία διφθερίτιδας. Ο Τζέικομπ, πρώην στρατιώτης στον Αμερικανικό Εμφύλιο, που έχει αναλάβει χρέη σερίφη, πάστορα, νεκροθάφτη και εν γένει προστάτη των κατοίκων της, θα πρέπει να βάλει πάνω από όλα το καθήκον σε αυτή την πρωτόγνωρη συνθήκη. Όμως, τα τραύματα του παρελθόντος του βρίσκουν κι αυτά δίοδο για να ξεσπάσουν καθώς η επιδημία εξαπλώνεται, ενώ παράλληλα μια ανεξέλεγκτη δασική πυρκαγιά πλησιάζει την πόλη.
ΣΧΕΤΙΚΑBerlinale: H Tρίσια Τατλ μένει, αλλά με αντισημιτικό χαλινάρι
Γνώμη: Ο “αναξιόπιστος αφηγητής” είναι ένα είδος ήρωα που συναντάμε συχνά στη λογοτεχνία, το θέατρο και τον κινηματογράφο, και περιγράφει χαρακτήρες των οποίων την οπτική γωνία δεν μπορούμε πλήρως να εμπιστευτούμε ως αναγνώστες ή θεατές, καθώς τα κίνητρά τους, μια διαταραχή της ψυχοσύνθεσής τους ή άλλες εξωγενείς συνθήκες τους επιβάλλουν να αποκρύπτουν ή να διαστρεβλώνουν πληροφορίες και γεγονότα, κρατώντας μας παράλληλα σε μια μόνιμη εγρήγορση. Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα; Συνέβη όντως αυτό που διαβάζω/βλέπω ή το φαντάστηκε ο ήρωας;

Ο Τζέικομπ, ο πρωταγωνιστής του “Prayer for the Dying”, είναι ένας αναξιόπιστος αφηγητής και μάλιστα βασίζεται στον κεντρικό ήρωα του ομώνυμου βιβλίου του Στιούαρτ Ο’Ναν, το οποίο διασκεύασε σεναριακά και μετέφερε στη μεγάλη οθόνη η Ντάρα Βαν Ντιούζεν. Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της που προβλήθηκε στην ενότητα Perspectives της 76ης Berlinale, η Βαν Ντιούζεν παραδίδει μεν ένα αξιοσημείωτο ντεμπούτο, όπου η αίσθηση κλιμακούμενης απειλής χτίζεται μέσα από εμπνευσμένους χειρισμούς της κάμερας, αλλά πάσχει στο πώς αποδίδει τη σταδιακή κατάβαση του “αναξιόπιστου” πρωταγωνιστή της προς την παράνοια.
Ο Τζέικομπ, τον οποίο υποδύεται ο Τζόνι Φλιν στον πιο “ζουμερό” του ρόλο μετά το φανταστικό “Beast” (2017), καταρρέει λόγω του διχασμού του ανάμεσα στο καθήκον του απέναντι στην κοινότητά του και στο προσωπικό του συμφέρον, το οποίο είναι να σώσει τη γυναίκα και την κόρη του, να τις αφήσει να φύγουν εγκαίρως, αφού μόνο εκείνος και ο γιατρός της κοινότητας (Τζον Σ. Ράιλι) γνωρίζουν αρχικά ότι μια επιδημία τους έχει χτυπήσει την πόρτα.

Ο Τζέικομπ είναι ένας άντρας που αντιπροσωπεύει την πίστη, ενώ ο γιατρός είναι ο άνθρωπος της επιστήμης. Κι εκεί που όλα δείχνουν ότι το “Prayer for the Dying” θα εξελιχθεί σε ένα showdown ανάμεσα σε αυτά τα δύο αρχέτυπα, η Ντιούζεν αποφεύγει το προφανές και προτιμά μια πιο αφαιρετική προσέγγιση, βυθίζοντάς μας στο μυαλό του Τζέικομπ (οι σκηνές με τους εφιάλτες του είναι βέβαια εξαιρετικές), αλλά χωρίς να έχει προετοιμάσει σωστά το έδαφος για να τον ακολουθήσουμε.
Ο Φλιν είχε όλο το potential να κουβαλήσει αυτό το δύσκολο εγχείρημα, αλλά στο τελευταίο μισάωρο, που μοιάζει δυστυχώς να διαρκεί μια ώρα, η Βαν Ντιούζεν μοιάζει να τον αφήνει ξεκρέμαστο, να περιφέρεται με ένα απλανές βλέμμα που δικαιολογείται μεν από την αποτυχία του να κάνει το καθήκον του, αλλά δεν προκαλεί σχεδόν κανένα συναίσθημα στον θεατή, πέρα από μια παγωμάρα και μια κόπωση, που επέρχονται ως αποτέλεσμα έλλειψης μιας κορύφωσης αντάξιας των ηθικών διλημμάτων που επιχειρεί να θίξει η ταινία.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων