Berlinale 26: Η σιωπή ανάμεσα στις νότες: Η μελαγχολική αποδόμηση του μύθου στο Everybody Digs Bill Evans
Το Everybody Digs Bill Evans του Γκραντ Γκι επιχειρεί να φωτίσει τη σκοτεινή πλευρά ενός θρύλου της τζαζ, αλλά καταλήγει περισσότερο σε ατμοσφαιρικό πορτρέτο παρά σε συναρπαστική βιογραφία. Παρά την εξαιρετική απεικόνιση (δεν είμαι σίγουρος αν η ερμηνεία είναι εξίσου σπουδαία) του Έβανς από τον Άντερς Ντάνιελσεν Λι, το φιλμ κινείται σε χαμηλούς, σχεδόν νωθρούς ρυθμούς.
ΣΧΕΤΙΚΑBerlinale: H Tρίσια Τατλ μένει, αλλά με αντισημιτικό χαλινάρι
Η ιστορία επικεντρώνεται στο 1961, όταν ο Μπιλ Έβανς βρίσκεται παγιδευμένος στην ηρωίνη και στην απώλεια του μπασίστα του, Σκοτ ΛαΦάρο. Ο αδελφός του, Χάρι, τον αντικρίζει αποσβολωμένος: «Τα ρούχα σου κρέμονται πάνω σου, Μπιλ.» Τα ρούχα όμως δεν είναι δικά του — ανήκαν στον νεκρό φίλο του. Η λεπτομέρεια αυτή υποδηλώνει ένα είδος ιδιότυπης «κοινωνίας» με τον νεκρό, μια θλιβερή απόπειρα σύνδεσης.
Δυστυχώς για όσους έχουν γνώση των σπουδαίων -σχεδόν κλασσικών- τζαζ δίσκων που έβγαλε ο Μπιλ Έβανς με το τρίο του, η απουσία της μουσικής από το φιλμ θα τους στενοχωρήσει. Αν εξαιρεθεί η αρχική μαγική σχεδόν μυστικιστική σκηνή αναπαράστασης της ζωντανής ηχογράφησης του αριστουργηματικού Jade Visions από το άλμπουμ "Live At The Village Vanguard, NYC;", ή συνέχεια ενώ είναι κινηματογραφημένη σαν ένα mid tempo τζαζ σολάρισμα, απουσιάζει τελείως η μουσική, όχι τόσο σαν σάουντρακ με την κλασική έννοια του όρου, αλλά με την οργανική της παρουσία να συντροφεύει πάντα σε δεύτερο πλάνο τα συναισθήματα, να χαϊδεύει τα αυτιά μας, να καταπραϋνει την ψυχή μας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η πρώτη ύλη είναι εδώ και μάλιστα το έργο μιας μουσικής ιδιοφυίας. Μη ξεχνάμε: ήταν ο πιανίστας του Μάιλς Ντέιβις, στο αξεπέραστο "Kind of blue".

Οπτικά, το φιλμ είναι άρτιο. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία αποπνέει καπνισμένη μελαγχολία, ενώ οι έγχρωμες σκηνές των μεταγενέστερων ετών προσθέτουν ψυχεδελική ένταση. Το μοντάζ κρατά την αφήγηση κατανοητή, παρά το άλμα στον χρόνο.
Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ο ρυθμός. Για μια ταινία γύρω από έναν εξαρτημένο μουσικό, το αποτέλεσμα είναι παραδόξως άρρυθμο. Ο Μπιλ παρουσιάζεται συχνά άτονος, σχεδόν άψυχος και διάγει ουσιαστικά "the longest suicide in history", όπως είχε αποκαλέσει την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, ο επίσης σπουδαίος και φίλος του, Σταν Γκετζ. Η ταινία προσεγγίζει τον Μπιλ Έβανς όχι ως μουσικό είδωλο, αλλά ως μια αινιγματική φιγούρα που κατοικεί στις παρυφές της ίδιας της της ζωής. Ο Γκι χτίζει ολόκληρη την ταινία πάνω σε αυτή τη διχοτομία — ανάμεσα στο εκρηκτικό ταλέντο και στη μονότονη καθημερινότητα που το τρέφει.

Η μεταφορά της δράσης στη Φλόριντα, στο σπίτι των γονιών του, εισάγει μια απροσδόκητη αισθητική ανατροπή. Εδώ, ο Γκι υιοθετεί έναν ρυθμό που θυμίζει τον πρώιμο Τζιμ Τζάρμους, όπου η καθημερινότητα των γονιών (τους οποίους ερμηνεύουν εξαιρετικά οι Λόρι Μέτκαλφ και Μπιλ Πούλμαν) λειτουργεί ως ένα σουρεαλιστικό φόντο για την αποτοξίνωση του Έβανς. Η ταινία δεν εστιάζει στη μουσική δεξιοτεχνία, αλλά στη σιωπή και κορυφώνεται τραγικά με τις αυτοκτονίες του αδελφού και της συντρόφου του, και τελικά με τον θάνατο του ίδιου το 1980. Παρ’ όλα αυτά, η σύνδεση ανάμεσα στα γεγονότα και στη δημιουργική του παραγωγή παραμένει θολή. Μαθαίνουμε ότι ηχογράφησε δεκάδες άλμπουμ, αλλά όχι πώς βρήκε τη δύναμη να το κάνει.
Το Everybody Digs Bill Evans είναι αισθητικά καλοφτιαγμένο, αλλά συναισθηματικά απόμακρο. Ο Γκι μας αφήνει με μια σειρά από πανέμορφες, αλλά απόμακρες εικόνες, επιβεβαιώνοντας ότι ο Έβανς παραμένει, ακόμα και μετά θάνατον, ένας «ξένος» στην ίδια του τη ζωή. Είναι ένα σινεμά της απουσίας, που ενώ σκάβει βαθιά στο ύφος, δυσκολεύεται να βρει τη μελωδία της ανθρώπινης ψυχής. Και όμως οι σπουδαίες μουσικές στιγμές βρίσκονται ανάμεσα στις παύσεις.


















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων