Σύνοψη: Η Γκρέις και ο Τζάκσον είναι ένα νεαρό και ερωτευμένο ζευγάρι, που μετακομίζει από τη Νέα Υόρκη για μια πιο ήσυχη ζωή σε ένα σπίτι που έχει κληρονομήσει στην επαρχιακή Μοντάνα.
Η Γκρέις προσπαθεί να βρει την ταυτότητά της με ένα νέο μωρό σε αυτό το απομονωμένο περιβάλλον. Είναι μία γυναίκα που λαχταρά την ελευθερία, αλλά νιώθει παγιδευμένη σε ένα ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον, που την οδηγεί σιγά σιγά στην τρέλα. Mε τη δύναμη της φαντασίας, το θάρρος και μια άγρια, εκτυφλωτική ζωντάνια που δεν ήξερε πως είχε, ανακαλύπτει ξανά τον εαυτό της.
Άποψη: Το «Die My Love» της Λυν Ράμσεϊ είναι από εκείνες τις ταινίες που, μόλις αρχίσουν, καταλαβαίνεις ότι δεν θα σε αφήσουν ήρεμο ούτε λεπτό. Η Τζένιφερ Λόρενς, στην πιο ατρόμητη και σωματικά εκτεθειμένη εμφάνισή της εδώ και χρόνια, υποδύεται τη Γκρέις, μια γυναίκα που περνάει από μετά-τοκετού κόλαση σε ψυχοσεξουαλικό meltdown με ρυθμό που τρομάζει. Περιμένετε μέχρι να τη δείτε να σέρνεται στα τέσσερα μέσα σε ένα χωράφι με μαχαίρι στο χέρι, πλησιάζοντας το μωρό της σαν να βρίσκεται σε θρίλερ. Ή μέχρι να τη δείτε να αυνανίζεται στο υπνοδωμάτιο, σε κατάσταση απόγνωσης, προσπαθώντας να συγχρονίσει έναν οργασμό με τον ήχο ενός τοστ που πετάγεται στην κουζίνα. Ναι, η ταινία πάει εκεί — και ακόμη παραπέρα.

Η Γκρέις προσπαθεί απλώς να είναι μια καλή σύζυγος, μια καλή μητέρα, αλλά αποτυγχάνει θεαματικά σε αυτό το εναλλάξ απορροφητικό και εξαντλητικό τονικό ποίημα της Ράμσεϊ που μετατρέπει τη μετά-τοκετού κατάθλιψη σε ψυχολογικό θρίλερ, σε κάτι ανάμεσα σε κακό όνειρο και υστερική παραισθησιογόνο εμπειρία. Η ιστορία προσφέρει λίγα πράγματα για να μας «κρατήσει», πέρα από τη συνεχή αστάθεια της Γκρέις μέσα στην ψύχωση, η οποία οπτικοποιείται από τον διευθυντή φωτογραφίας Σέιμους ΜακΓκάρβεϊ με την αίσθηση ενός κακού ονείρου από το οποίο ξυπνάς ιδρωμένος. Η ατμόσφαιρα αυτής της ταινίας, που μοιάζει με κρίση πανικού, είναι συνεχώς μεθυστική.
Ο Ρόμπερτ Πάτινσον ως Τζάκσον είναι… εκεί. Κυριολεκτικά. Ο χαρακτήρας του είναι τόσο ανεπαρκώς ανεπτυγμένος που σε κάποιες σκηνές μοιάζει να εξαφανίζεται μέσα στο κάδρο. Μέχρι που η Γκρέις τον προσβάλλει κατάμουτρα όταν εκείνος δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε ένα βιαστικό σεξ στο αυτοκίνητο. Η Γκρέις έχει μια αδιάκοπη σεξουαλική πείνα που δεν χωράει στις απαιτήσεις της μητρότητας. Η Λόρενς συχνά έχει αυτό το παιχνιδιάρικο, λυσσαλέο χαμόγελο που είναι ακαταμάχητο στην παρακολούθηση αλλά και τρομακτικό. Στο μεταξύ, ένας γείτονας με μοτοσικλέτα, τον οποίο υποδύεται ο ΛαΚίθ Στάνφιλντ, περιβάλλει τους χώρους, προσφέροντας φαινομενικά πιο ελπιδοφόρους τρόπους για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές απαιτήσεις της Γκρέις, τώρα που ο Τζάκσον δεν φαίνεται να μπορεί να ανταποκριθεί στη παθολογική καύλα της συζύγου του. Τελικά όμως δεν παίζει κανέναν ουσιαστικό ρόλο — και η ταινία δεν ενδιαφέρεται να του δώσει έναν. Σε αυτό το σημείο, «Die My Love» μοιάζει να λέει: «οι δευτερεύοντες χαρακτήρες; ποιοι δευτερεύοντες χαρακτήρες;».

Η καλύτερη παρενθετική στιγμή ανήκει στην Πάμ της Σίσι Σπέισεκ, τη μητέρα του Τζάκσον, η οποία αναγνωρίζει στη Γκρέις έναν καθρέφτη του δικού της παρελθόντος. Σε μια συγκινητική στιγμή, οι δυο γυναίκες αναγνωρίζουν ότι καμία από τις δύο δεν υπήρξε «καλή μητέρα». Είναι μια στιγμή που δίνει βάθος σε μια ταινία κυριευμένη από υστερία. Η Λόρενς γεφυρώνει εύστοχα το όριο μεταξύ της διαστροφής και του πάθους. Η ταινία είναι αναμφισβήτητα ισχυρή στη σκηνοθεσία της Ράμσεϊ, παραβολική, υπερβολική, αλλά συναισθηματικά ανελέητη.
Εκείνο που ξεχωρίζει στο «Die My Love» δεν είναι η «αναπαράσταση» της μετά-τοκετού κατάθλιψης, αλλά η ψυχολογική της ενσώματη βίωση. Η Ράμσεϊ κατασκευάζει μια εμπειρία που λειτουργεί σαν παραισθησιογόνο: ο θεατής χάνει την ισορροπία του μαζί με την ηρωίδα, ακολουθεί το ξέσπασμα, απορροφά τον ιδρώτα της. Αλλά η Λόρενς δίνει μια τερατώδη, απόλυτα αφοσιωμένη ερμηνεία και η έξυπνη Ράμσεϊ δροντίζει να την κουρδίσει και να την αφήσει να "τρέξει".
ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων