Σύνοψη: Ένας σκληρά εργαζόμενος οικογενειάρχης βλέπει να γκρεμίζεται το όνειρο της γεμάτης προνόμια ζωής του όταν η εταιρεία στην οποία δούλευε επί 25 χρόνια αποφασίζει να τον απολύσει. Μέσα στην απελπισία του, και θέλοντας να μη στερηθεί τις πολυτέλειες που μέχρι πρότινος απολάμβανε μαζί με τη σύζυγο, τα δύο τους παιδιά και δυο αξιαγάπητα τετράποδα, ο ήρωας αποφασίζει να βγάλει από τη μέση κάθε άλλο υποψήφιο που σκοπεύει να διεκδικήσει με εκείνον την ίδια θέση σε μια καινούργια δουλειά, ώστε να είναι σίγουρη η δική του πρόσληψη.
Με τις ευλογίες του Έλληνα σκηνοθέτη, ο Κορεάτης δημιουργός του «Old Boy» και της «Υπηρέτριας» διασκευάζει το «Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά σε μια υπερστιλιζαρισμένη και οργιαστική μαύρη κωμωδία.
Άποψη: Ο Παρκ Τσαν-γουκ επιστρέφει με μια ταινία που μοιάζει αρχικά να ξεκινά ως μια ελαφριά κοινωνική κωμωδία με ειρωνεία, χρώμα και υπόγειο θυμό — αλλά σταδιακά εκτρέπεται σε κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: μια αλληγορία για τον άνδρα που χάνει όχι απλώς τη δουλειά του, αλλά και τον ίδιο του τον ρόλο μέσα στο καπιταλιστικό οικοδόμημα. Ο τρομερός Κορεάτης μετατρέπει την απώλεια εργασίας σε οντολογικό εφιάλτη και σε μαύρη κωμωδία για τη διάλυση της ανδρικής ταυτότητας μέσα στη μετα-βιομηχανική κοινωνία. Μια ιστορία εγκλήματος που δεν ενδιαφέρεται να ολοκληρώσει τα εγκλήματά της, αλλά να εκθέσει το παράλογο του ίδιου του σύγχρονου ανθρώπου. Ο Παρκ δεν παραδίδει ένα τυπικό serial killer movie· σταματάει νωρίς τη βία και μετατρέπει το υπόλοιπο φιλμ σε οικογενειακή τραγωδία, ψυχολογικό θρίλερ και σάτιρα μαζί.

Η αφήγηση κινείται με την οικεία ευφράδεια και ψυχρή αυτοπεποίθηση του Παρκ. Ο ρυθμός του μοιάζει με παλμό που μεταβάλλεται ανάλογα με την εσωτερική ένταση του ήρωα· άλλοτε λυρικός, άλλοτε σχεδόν βιομηχανικά μηχανικός.
Η σκηνοθεσία συνδυάζει τη μαεστρία του Oldboy με τη λυρική μελαγχολία του The Handmaiden: στα κάδρα κυριαρχεί μια σχεδόν τελετουργική συμμετρία, ενώ το χρώμα λειτουργεί σαν εσωτερικός σχολιασμός της ψυχολογίας. Κάθε κάδρο είναι μελετημένο, κάθε παύση μετρημένη, κάθε γκρο πλαν ένα μικρό ψυχολογικό πορτρέτο. Το κόκκινο των φώτων στη σκηνή του θερμοκηπίου, η υγρή λάμψη του μετάλλου στις σκηνές των δολοφονιών, η παγωμένη θαλπωρή του οικογενειακού σπιτιού — όλα υποδηλώνουν πως η ταινία είναι λιγότερο για τον φόνο και περισσότερο για τη φθορά της ταυτότητας. Το φιλμ κινείται ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα με απίστευτη ευκολία, χωρίς ποτέ να χάνει την ειρωνική του απόσταση.
Μέσα από τα οικογενειακά επεισόδια – τη σύζυγο Μίρι που βρίσκει δουλειά ως οδοντιατρική βοηθός, τον γιο που μπλέκει σε μικροκλοπές, τον ίδιο που παθαίνει ψυχοσωματικό πονόδοντο – ο Παρκ ανατέμνει την παρακμή της ανδρικής αυταπάτης: ο πατέρας ως προστάτης, ο σύζυγος ως κύριος του οίκου, ο εργάτης ως θεμέλιο της κοινωνίας. Όλα αυτά συντρίβονται κάτω από τη μηχανή της αποξένωσης.

Το φινάλε, με τις εικόνες των εργοστασίων χαρτιού και της τεχνολογικής αυτοματοποίησης, υπονοεί μια πολιτική διάσταση: η μηχανή έχει κερδίσει, η εργασία έχει χάσει, και ο άνθρωπος παραμένει απλός κομπάρσος στην ίδια του την ιστορία. Ο Παρκ δεν κάνει κοινωνικό δράμα· κάνει κάτι πιο σαρκαστικό: μια μαύρη όπερα για την ανικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να προσαρμοστεί σ’ έναν κόσμο που δεν τον χρειάζεται.
Δεν είναι το αριστούργημα του Παρκ, είναι όμως σίγουρα η πιο ώριμη και στοχαστική του στιγμή: μια μαύρη κωμωδία που κοιτάζει στα μάτια το παράλογο της σύγχρονης εργασιακής συνθήκης και βρίσκει εκεί την πιο πικρή ειρωνεία —



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων