Σύνοψη: Oi κρατούμενοι Βαλεντίν και Μολίνα βρίσκονται μαζί σε ένα στενό κελί .Αρχικά σε αντίθεση, αρχίζουν να συνδέονται καθώς ο Μολίνα αφηγείται την ιστορία της αγαπημένης του ταινίας.
Ονειρεύονται από κοινού την εκθαμβωτική περιπέτεια σε technicolor και οι άνδρες ξεφεύγουν από την ταπείνωση του εγκλεισμού, ενώ η κοινή τους εμπειρία οδηγεί προς την ελπίδα, την ομορφιά και τη σύνδεση.
Άποψη: Ο Μπιλ Κόντον πώς να σκηνοθετεί μιούζικαλ, αλλά το νέο του Kiss of the Spider Woman αποδεικνύεται άνισο: κάθε φορά που το όνειρο αρχίζει να λάμπει, η πραγματικότητα το πνίγει. Μόνο η Τζένιφερ Λόπεζ καταφέρνει να ξεφύγει από το κλουβί, λάμποντας σαν σταρ μιας άλλης εποχής.
Κάπου στα μισά της ταινίας, υπάρχει μια σκηνή που θα έκανε τον Τζιν Κέλι να χαμογελάσει: ένα θεαματικό μουσικοχορευτικό νούμερο, γεμάτο ενέργεια, λάμψη και αναφορές στον κλασικό Χόλιγουντ. Ο Μπιλ Κόντον, ο άνθρωπος πίσω από τα Dreamgirls και Chicago, δείχνει εκεί όλη του την κλάση — αλλά μόνο εκεί. Γιατί έξω από αυτό το φαντασμαγορικό διάλειμμα, το Kiss of the Spider Woman είναι ένα βαρύ, συγκεχυμένο μείγμα από ιδέες που δεν ταιριάζουν μεταξύ τους.

Ο Κόντον γνωρίζει τη φόρμα του μιούζικαλ, έχει το βιογραφικό και την αίσθηση του ρυθμού, και καταφέρνει να επιλέξει ιδανικά τη Λόπεζ για τον ρόλο της μυθικής Spider Woman — μιας φιγούρας που ενσαρκώνει τη γοητεία, τον θάνατο και την απελευθέρωση. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι χωρίς αυτήν, το φιλμ δε θα είχε λόγο ύπαρξης.
Το Kiss of the Spider Woman, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Μανουέλ Πουίγκ και το βραβευμένο με Tony μιούζικαλ του 1993, παραμένει μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας: θέλει να είναι πολιτική αλληγορία, ρομαντικό δράμα και φαντασιακό μιούζικαλ ταυτόχρονα. Στο σινεμά, όμως, αυτές οι ραφές δείχνουν περισσότερο αδυναμία παρά δύναμη. Ο Condon δεν καταφέρνει να ενώσει τα δύο επίπεδα – τη βίαιη, ασφυκτική πραγματικότητα και τον λαμπερό, κινηματογραφικό ονειρόκοσμο.
Τοποθετημένο στην Αργεντινή του 1983, η ιστορία παρακολουθεί τον Βαλεντίν (Ντιέγκο Λούνα), έναν επαναστάτη κρατούμενο, και τον Λουίς (Τονάτιου), έναν ευαίσθητο, θηλυπρεπή διακοσμητή βιτρινών. Ο δεύτερος βρίσκει παρηγοριά στα ονειρικά του σενάρια για τη Spider Woman, μια φαντασίωση χολιγουντιανής λάμψης που έρχεται σε οξύτατη αντίθεση με το βρώμικο κελί τους. Αυτές οι σκηνές είναι που δίνουν στην ταινία οξυγόνο: πολύχρωμες, αισθησιακές, γεμάτες μουσική ενέργεια. Αλλά όταν το όνειρο σβήνει, η μαγεία εξαφανίζεται. Οι σκηνές της φυλακής είναι καλοσκηνοθετημένες, αλλά “συναισθηματικά κενές”, χωρίς την αγριάδα που απαιτεί το υλικό του Πουίγκ. Ο Κόντον μοιάζει να διστάζει να βουτήξει στο σκοτάδι της πολιτικής βίας ή της σεξουαλικής καταπίεσης. Το αποτέλεσμα είναι μια “αποστειρωμένη” εκδοχή ενός έργου που κάποτε ήταν πρόκληση.

Η τραγωδία της ταινίας δεν είναι ότι αποτυγχάνει· είναι ότι αγγίζει συνεχώς τη μεγαλοσύνη και μετά τραβιέται πίσω. Το φιλμ δείχνει τη διστακτικότητα ενός σκηνοθέτη που δεν ξέρει αν θέλει να αποτίσει φόρο τιμής στο παρελθόν ή να το ανατρέψει. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία “κολλημένη στη μέση”, που ούτε συγκινεί ούτε ξεσηκώνει.
Με διάρκεια λίγο πάνω από δύο ώρες, το Kiss of the Spider Woman μοιάζει παραδόξως φτωχό σε ουσία. Φοβάται να γίνει υπερβολικά θεατρικό ή υπερβολικά πολιτικό, ενώ ακριβώς αυτό χρειάζεται να είναι.” Σε μια εποχή όπου τα Wicked και Wonka ανανεώνουν το είδος, το έργο του Condon δείχνει εγκλωβισμένο σε ένα μελαγχολικό ρετρό.



















ΣΧΟΛΙΑ
Εμφάνιση σχολίων